Του Πατριάρχη
Ο 22χρονος στην Αθήνα που δίνει μάχη για τη ζωή του, επειδή θέλησε να καταπιεί ένα ολόκληρο χάμπουργκερ για να κερδίσει μερικά «likes», δεν είναι απλώς ένα ακόμη περιστατικό διαδικτυακής τρέλας. Είναι η σύγχρονη εκδοχή μιας κοινωνίας που ψάχνει απελπισμένα να αποδείξει την ύπαρξη της μέσα από την κάμερα του ενός κινητού τηλεφώνου. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για challenge, αλλά για αυτοακύρωση της ίδιας της αξιοπρέπειας.
Τα τελευταία χρόνια, τα «challenges» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατραπεί σε έναν παγκόσμιο διαγωνισμό επίδειξης ανοησίας. Νέοι άνθρωποι, με το κινητό στο χέρι, δοκιμάζουν τα όρια του σώματος και του μυαλού τους, επιδιώκοντας να κερδίσουν το βλέμμα των άλλων, έστω για μερικά δευτερόλεπτα. Από το λεγόμενο «Benadryl challenge» στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έφηβοι κατανάλωναν επικίνδυνες ποσότητες αντιισταμινικών, μέχρι το «Blackout challenge» του TikTok, όπου παιδιά προκαλούσαν εσκεμμένα ασφυξία στον εαυτό τους, οι συνέπειες ήταν τραγικές. Θάνατοι, μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες, σοβαροί τραυματισμοί, μόνιμες αναπηρίες και οικογένειες διαλυμένες.
Πρόσφατα, στην Ιταλία, δεκάχρονο κορίτσι βρέθηκε νεκρό ύστερα από ένα τέτοιο «παιχνίδι». Στην Ιαπωνία, νεαροί τραυματίστηκαν σοβαρά επιχειρώντας να κάνουν άλματα πάνω σε κινούμενα τρένα υψηλών ταχυτήτων. Στη Γαλλία, μαθητής έπαθε ανακοπή καρδιάς προσπαθώντας να μιμηθεί σκηνή πνιγμού από κινηματογραφικό βίντεο.
Όλες αυτές οι περιπτώσεις έχουν ένα κοινό στοιχείο. Τη βουβή συνενοχή της κοινωνίας που παρακολουθεί, σχολιάζει, γελά, αλλά δεν παρεμβαίνει.
Το φαινόμενο δεν είναι απλώς κοινωνιολογικό, αλλά βαθιά ψυχολογικό. Οι νέοι που ρισκάρουν τη ζωή τους για ένα βίντεο συχνά είναι αυτοί που νιώθουν αόρατοι σε μια εικονική πραγματικότητα που επιβραβεύει την εικόνα. Το like λειτουργεί ως στιγμιαία επιβεβαίωση και ως ένα υποκατάστατο ανθρώπινης σχέσης. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο ατομικό. Οι ίδιες οι διαδικτυακές πλατφόρμες ευνοούν τη λογική του ακραίου, καθώς το πιο επικίνδυνο, το πιο σοκαριστικό, το πιο εξωφρενικό βίντεο έχει τις περισσότερες πιθανότητες να γίνει «viral».
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο η απαγόρευση ή η τεχνολογική λογοκρισία, αν και κάτι τέτοιο επιβάλλεται σε ηλικίες που ακόμα δεν έχουν διαμορφώσει χαρακτήρες και προσωπικότητες. Χρειάζεται παιδεία, όχι με τη στενή έννοια των σχολικών μαθημάτων, αλλά ως ικανότητα κατανόησης του εαυτού και των κινήτρων μας. Χρειάζεται οικογένεια που δεν θα υποκαθιστά τον διάλογο με το τάμπλετ και σχολείο που θα διδάσκει αξίες και δεν θα προσφέρει γνώσεις χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα.
Οι κοινωνίες που δεν προλαβαίνουν να διδάξουν στα παιδιά τους το νόημα της ευθύνης, θα τα βλέπουν να πεθαίνουν για να αποδείξουν ότι υπάρχουν στον εικονικό κόσμο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που υποσχέθηκαν «συνδεδεμένους ανθρώπους», θα συνεχίσουν να παράγουν μοναξιά, σαν εργοστάσια αποξένωσης με φωτεινά χρώματα.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας να είναι η πιο απλή. Να μάθουμε να ζούμε χωρίς να χρειάζεται να μας δει κανείς.

























