Του Πατριάρχη
Κάθε φορά που τα ΜΜΕ αναφέρονται σε «γνωστό επιχειρηματία», μοιάζουν σαν να κλείνουν με νόημα το μάτι στους αναγνώστες, ακροατές και τηλεθεατές. Μη ρωτάτε πολλά, ξέρετε. Η αλήθεια είναι πως πράγματι ξέρουμε και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε, για να μη μπλέξουμε και για να μη χρειαστεί να εξηγούμε.
Η φράση «γνωστός επιχειρηματίας», λειτουργεί πλέον ως κουρτίνα. Κρύβει πρόσωπα, κρύβει σχέσεις, κρύβει ευθύνες. Προπάντων κρύβει την αμηχανία ενός Κράτους, που συχνά δείχνει απρόθυμο ή ανίκανο να πει τα πράγματα με το όνομά τους.
Ποιοι είναι αυτοί οι «γνωστοί»; Δεν τους συναντάς στις γενικές συνελεύσεις εργοδοτικών οργανώσεων, ούτε στις διαβουλεύσεις με τις συντεχνίες για την ΑΤΑ. Δεν παρουσιάζουν ισολογισμούς, δεν ανακοινώνουν επενδύσεις, δεν εκπροσωπούν κλάδους. Συνήθως τους συνοδεύουν μπράβοι (φρουρούς ασφαλείας τους λένε) που παραπέμπουν όχι σε κάποια παραγωγική τάξη, αλλά σε ανθρώπους που επιβάλλονται στον δημόσιο βίο με έναν τρόπο που προκαλεί φόβο και όχι δέος για την δημιουργικότητα τους ή σεβασμό.
Από τι κινδυνεύουν; Από ανταγωνισμό στο λιανεμπόριο σίγουρα όχι. Η ερώτηση πλανάται και η απάντηση μένει μετέωρη, διότι όλοι καταλαβαίνουμε πως η φύση των δραστηριοτήτων τους δεν αντέχει στο πολύ φως της μέρας.
Δεν είναι νέο το φαινόμενο της απόδοσης κατ’ ευφημισμό ιδιοτήτων. Κάποτε, το κράτος σφράγιζε βίζες γυναικών ως «καλλιτέχνιδων», ενώ όλοι ήξεραν πως η ιδιότητα ήταν προσχηματική, αφού επρόκειτο για γυναίκες που εισάγονταν ως εμπόρευμα για εκπόρνευση. Για χρόνια αυτό δεν γινόταν κάτω από τη μύτη του κράτους, αλλά με τον συνδρομή και τις ευλογίες του.
Εδώ και καιρό, η Αστυνομία, στις ανακοινώσεις της, έχει λανσάρει στη δημόσια σφαίρα τον όρο του «γνωστού επιχειρηματία».
Έναν τίτλο που δεν δεσμεύει κανέναν και δεν φωτίζει τίποτα. Είναι μια ομπρέλα που προφυλάσσει από το ουσιαστικό ερώτημα. Ποιες είναι οι πηγές του χρήματος; Ποια η σχέση τους με γκρίζες δραστηριότητες; Πόσοι φόροι πληρώνονται; Πόσοι εργαζόμενοι απασχολούνται με καθεστώς νομιμότητας και όχι σιωπηρής ανοχής;
Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο την Αστυνομία. Τα ΜΜΕ, που συχνά λειτουργούν με τη λογική του υπαινιγμού, αναπαράγουν την ασάφεια και χτίζουν ένα κλίμα όπου το σημαντικό υποκαθίσταται από το υπαινικτικό. Ο πολίτης, κουρασμένος από τις σκιές, παραιτείται από το δικαίωμα της γνώσης. Έτσι ριζώνει μια κουλτούρα συμβιβασμού, όπου οι σχέσεις δύναμης καθορίζουν ποιος κατονομάζεται και ποιος όχι. Κι όταν δεν κατονομάζεις, δεν ελέγχεις. Κι όταν δεν ελέγχεις, νομιμοποιείς.
Η λύση δεν είναι να μετατρέψουμε τη δημοσιογραφία σε λαϊκό δικαστήριο. Είναι να επιστρέψουμε στη βασική αρχή της λογοδοσίας. Αν κάποιος είναι επιχειρηματίας, να φαίνεται από τα βιβλία του, τις δηλώσεις του, τη συνεισφορά του στην οικονομία. Αν κάποιος απασχολεί με τις αρχές με τις δραστηριότητες του, να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζεται ο κάθε πολίτης. Αν κάποιος δραστηριοποιείται στα όρια της παρανομίας ή εκτός νομιμότητας, δεν του απονέμεις τιμητικούς τίτλους. Του ζητάς αποδείξεις νομιμότητας. Η αστυνομία οφείλει σαφήνεια, τα ΜΜΕ τεκμηρίωση και το κράτος πολιτική βούληση.
Η κοινωνία πρέπει να τελειώνει με την αμφισημία. Έχει πληρώσει ακριβά, υποθέσεις που ξεκίνησαν ως «γνωστές φήμες» και κατέληξαν σε πραγματικές τραγωδίες.
Κάποτε πρέπει να πάψουμε να μιλάμε με κλισέ που εξωραΐζουν τη θολούρα και να απαιτήσουμε καθαρές λέξεις για καθαρές πράξεις. Μόνο έτσι η δημόσια ζωή θα πάψει να κυκλοφορεί με συνοδεία σιωπής και φόβου και θα σταθεί στο ύψος μιας μικρής χώρας που δικαιούται σοβαρούς θεσμούς και ενημερωμένους πολίτες.

























