Το ΔΗΚΟ κατάλαβε αργά πως πληρώνουμε όλοι τις εμμονές του Οδυσσέα

Του Πατριάρχη

Η ανταλλαγή αιχμών και «φιλοφρονήσεων», στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανάμεσα στον Νικόλα Παπαδόπουλο και τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη, για το θέμα της διαιτησίας δεν είναι απλώς ένας διαδικτυακός καυγάς. Είναι η δημόσια παραδοχή της ευθύνης για τις ζημιές στα κρατικά ταμεία που συσσωρεύτηκαν με τα χρόνια και τις φορτώνονται οι φορολογούμενοι, ενώ το ΔΗΚΟ πληρώνει το πολιτικό κόστος.

Όταν ο Νικόλας υποστηρίζει ότι οι εμμονές του πρώην Γενικού Ελεγκτή στοίχισαν και στοιχίζουν εκατομμύρια στα κρατικά ταμεία, δεν μιλά στο κενό. Για μεγάλο διάστημα το κόμμα του επέλεξε να λειτουργεί σαν πολιτικός σπόνσορας του Οδυσσέα, χαρίζοντάς του κύρος και βήμα, ακόμα και όταν οι πρακτικές του έσπρωχναν το κράτος σε αδιέξοδα και άφηναν τον τόπο χωρίς προϋπολογισμό. Αυτή η επιλογή δεν ήταν δωρεάν. Πλήρωσε ο φορολογούμενος, πλήρωσε και το ίδιο το κόμμα που τώρα παίρνει αποστάσεις.

Αν υπάρχει πράγματι αυτοκριτική, είναι καλοδεχούμενη. Όμως έρχεται αργά.
Η ανάδειξη του Οδυσσέα σε πολιτικό παράγοντα δεν προέκυψε τυχαία. Χτίστηκε με χρόνια υπερπροβολής, σε μια κουλτούρα που εξιδανίκευσε την καταγγελία ως πολιτική πράξη και την προσωπική αντιπαράθεση ως στρατηγική. Το ΔΗΚΟ πίστεψε ότι θα ελέγχει το ρεύμα που το ίδιο ενθάρρυνε. Το ρεύμα όμως έγινε χείμαρρος και τώρα σαρώνει όσους το χειροκροτούσαν.

Το μάθημα της ΕΔΕΚ με τον Γιώργο Λιλλήκα θα έπρεπε να είχε ληφθεί εγκαίρως υπόψη. Τότε ένα κόμμα άνοιξε την πόρτα σε έναν ισχυρό εξωκομματικό παίκτη, εκτιμώντας ότι θα αποκομίσει εκλογικό όφελος και κατάφερε να γεννήσει μια αυταπάτη για να ακολουθήσει η εσωτερική φθορά. Η διαφορά είναι ότι ο Γ. Λιλλήκας υπήρξε πολιτικό πρόσωπο, με διαδρομή και πλαίσιο. Ο Οδυσσέας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι ένας οργισμένος πρώην δημόσιος λειτουργός χωρίς πολιτικό υπόβαθρο, που μετέτρεψε τη δημόσια υπηρεσία σε εφαλτήριο ματαιοδοξίας και [προσπάθειας επίδειξης ηθικής ανωτερότητας.
Όταν η πολιτική γίνεται αυτοπροσωπογραφία θυμού, δεν γεννά λύσεις αλλά λογαριασμούς και προβλήματα.

Η διαιτησία είναι τεχνικό θέμα αλλά έχει πολιτική ουσία. Σημαίνει ότι όταν διαφωνούμε, πάμε σε διαδικασία επίλυσης διαφοράς με δεσμευτικό αποτέλεσμα. Όταν λοιπόν ένα κράτος σπρώχνεται σε ακρότητες, είτε με αποφάσεις που τσακίζουν συνεργασίες είτε με επικοινωνιακές σταυροφορίες, η διαιτησία καταλήγει να κοστίζει. Και κοστίζει διπλά. Πρώτα σε χρήμα, έπειτα σε αξιοπιστία.

Το ΔΗΚΟ είχε την ευκαιρία να λειτουργήσει σαν ρυθμιστής. Αντ’ αυτού έδωσε στήριξη σε μια προσωπική ατζέντα που βάφτισε θεσμική σταυροφορία. Τώρα πληρώνει πολιτικό τίμημα και προσπαθεί να ξανασυστηθεί ως δύναμη ευθύνης. Αυτό απαιτεί κάτι περισσότερο από δηλώσεις. Απαιτεί να μπει τελεία στην πολιτική των προσωποκεντρικών δομών, να κοπεί ο ομφάλιος λώρος με την τοξικότητα και να επιστρέψει η έγνοια για το κοινό καλό σε πρακτικό επίπεδο. Με καθαρές θέσεις για τα δημόσια οικονομικά, με σεβασμό στα όρια των θεσμών, με μηδενική ανοχή στον λαϊκισμό που υπόσχεται κάθαρση και παραδίδει χάος.

Η πολιτική ωριμότητα δεν είναι ρητορεία. Είναι η ικανότητα να λες όχι στον βολικό θόρυβο και ναι στην δύσκολη ευθύνη.

Ο Νικόλας Παπαδόπουλος, ως έμπειρος πια πολιτικός θα μπορούσε να διακρίνει τους κλόουν της πολιτικής και να γνωρίζει πως δεν είναι μόνο αυτοί που φοράνε κόκκινες μύτες.