Δύο καπέλα δεν χωρούν στο ίδιο κεφάλι

Του Πατριάρχη

Η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα, Γιώργου Σαββίδη, να μην διορίσει ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές για όσα καταγγέλλονται στις Κεντρικές Φυλακές, δεν είναι μια τυπική υπηρεσιακή επιλογή. Είναι μια επιλογή που σκιάζει την ουσία της απονομής δικαιοσύνης, διότι το αντικείμενο των καταγγελιών αγγίζει την Αστυνομία που διενεργεί τις ανακρίσεις, αγγίζει ακόμη και συγκεκριμένους ανακριτές και αφορά τη διεύθυνση των Φυλακών που ελέγχεται από αξιωματικό της Αστυνομίας.

Όταν ο ελεγχόμενος και ο ελεγκτής ταυτίζονται, η αξιοπιστία της διαδικασίας φθείρεται πριν καν αρχίσει. Το δίκαιο δεν είναι μόνο κανόνες, που γίνονται λάστιχο, είναι διαδικασίες που δεν θα αμφισβητηθούν για την εντιμότητα και την αμεροληψία τους.
Οι δικηγόροι Κρις Τριανταφυλλίδης, Λητώ Καριόλου και Αλέξανδρος Κληρίδης δεν κατήγγειλαν διοικητικές ατέλειες. Μιλούν για βιασμούς, απόπειρες φόνου, συγκάλυψη, εκβιασμούς, κακομεταχείριση, ξυλοδαρμούς, ψευδορκίες και στημένες υποθέσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις η στοιχειώδης αυτοπροστασία του Κράτους Δικαίου, επιβάλλει την αποφυγή κάθε ενδεχόμενης σύγκρουσης ρόλων. Δεν το λέει κάποια σχολαστική θεωρία, αλλά το επιβάλλει η απλή λογική και το γνωστό δόγμα ότι κανείς δεν μπορεί να κρίνει υπόθεση που τον αφορά. Όσο οι έρευνες μένουν στα ίδια χέρια που θίγονται από τις καταγγελίες, τόσο οι πολίτες θα υποψιάζονται πως προέχει η συγκάλυψη και όχι η αλήθεια.
Υπάρχει και μια θλιβερή σύγκριση που δεν μπορούμε να ξεπεραστεί χωρίς να επισημανθεί.

Όταν κυκλοφόρησαν πληροφορίες για χρήση κινητών στις Φυλακές, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας διόρισε τέσσερις ποινικούς ανακριτές. Τότε υπήρξε εγρήγορση, αυστηρότητα, επίδειξη πυγμής. Τώρα που οι καταγγελίες είναι πολλαπλλώς σοβαρότερες, η Πολιτεία εμφανίζεται χαλαρή και σχεδόν αδιάφορη. Και αν θυμηθούμε την γραφική υπόθεση με τα κρουασάν της καντίνας, όπου αποφασίστηκαν διαθεσιμότητες και έγιναν συλλήψεις με ταχύτητα, η ασυμμετρία γίνεται ακόμη πιο προκλητική. Για μικροπαραπτώματα δείχνουμε ζήλο και για κακουργήματα αργοπορούμε, συζητούμε, παραπέμπουμε σε διαδικασίες ή καταφεύγουμε στην γνωστή καραμέλα του «δημόσιου συμφέροντος».

Η ανεξάρτητη έρευνα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για να σταθούν οι μελλοντικές ποινικές διαδικασίες στα δικαστήρια. Μάρτυρες που φοβούνται δεν μιλούν. Θύματα που αισθάνονται ότι θα ξαναβρεθούν ενώπιον των ανθρώπων που τα κακοποίησαν σωπαίνουν. Στοιχεία που μένουν σε λάθος γραφεία αλλοιώνονται άθελα ή χάνονται επίτηδες. Η αλυσίδα φύλαξης αποδεικτικών μέσων γίνεται χαλαρή, και σε ενδεχόμενη δίκη θα ζήσουμε (όχι για πρώτη φορά) ένα ακόμα φιάσκο.

Εδώ δεν αρκούν οι από καθέδρας δικαιολογίες για διαφύλαξη της διαδικασίας, η οποία είναι τρύπια και μπάζει από παντού. Απαιτείται ανεξάρτητη έρευνα, διαθεσιμότητες και αποφυγή κάθε ενέργειας συγκάλυψης.

Ο Γενικός Εισαγγελέας διατηρεί δύο ρόλους που δεν μπορούν να ασκούνται ταυτόχρονα . Από τη μια είναι νομικός σύμβουλος των υπηρεσιών του κράτους που πρέπει να ελεγχθούν και από την άλλη είναι ο άνθρωπος που θα αποφασίσει αν θα ασκηθούν ποινικές διώξεις εναντίον στελεχών αυτών των ίδιων υπηρεσιών. Η αντικειμενική αμεροληψία, έχει πάει ήδη περίπατο.

Η πιο καθαρή διαδικασία είναι η ανάθεση της έρευνας σε ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές που δεν έχουν υπηρεσιακή ή ιεραρχική εξάρτηση ούτε από την Αστυνομία ούτε από τη Διεύθυνση των Φυλακών. Υπάρχει θεσμικό προηγούμενο, υπάρχει τεχνογνωσία, υπάρχουν πρόσωπα κύρους που θα μπορούσαν να το αναλάβουν. Το επιχείρημα ότι όλα έχουν διαβιβαστεί στην Αστυνομία δεν αρκεί. Η πράξη που θεραπεύει την καχυποψία είναι ο εξωτερικός έλεγχος.

Ας σταθούμε όμως και στην εκτελεστική εξουσία. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης είναι άφαντος. Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να διορίσει ανεξάρτητους ανακριτές αν το προκρίνει ο Πρόεδρος. Αν υπήρχε πολιτική βούληση, θα είχε ήδη γίνει, όχι για να ικανοποιηθεί κάποιο βίτσιο αλλά για να προστατευτεί το κύρος του κράτους, το οποίο με τέτοιες συμπεριφορές κινδυνεύει να γίνει για ακόμα μία φορά κουρέλι στο ΕΔΑΔ. Όταν η κυβέρνηση επιλέγει σιωπή σε μια υπόθεση που διαβρώνει θεμέλια του Κράτους Δικαίου, εκπέμπει μήνυμα απροθυμίας και ανοχής. Και τα δύο είναι ζημιογόνα. Η Κύπρος έχει πληρώσει κόστος για την αμέλεια στα όσα συμβαίνουν στις Φυλακές και δεν δικαιούται να παριστάνει πως δεν καταλαβαίνει, ότι το σύστημα έχει καταρρεύσει.

Είναι επίσης αναγκαίο να τεθούν σε διαθεσιμότητα πρόσωπα που κατονομάζονται σε σοβαρές καταγγελίες μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες. Αυτό δεν είναι καταδίκη εκ των προτέρων. Είναι στοιχειώδης προφύλαξη της διαδικασίας. Όσο οι ίδιοι κυκλοφορούν στους ίδιους διαδρόμους, οι κατάδικοι που πρέπει να δώσουν μαρτυρίες θα αισθάνονται εκτεθειμένοι. Η σιωπή τους δεν είναι ένδειξη ψεύδους, είναι ένδειξη φόβου και η Πολιτεία οφείλει να τους προστατεύσει ώστε η αλήθεια να βρει φωνή.

Και κάτι τελευταίο αλλά κρίσιμο. Οι Φυλακές δεν είναι ξεχασμένη γωνιά και αποθήκη ανθρώπων. Είναι χώρος όπου το Κράτος επιδεικνύει τον πολιτισμό του σε συνθήκες εγκλεισμού. Εκεί δοκιμάζεται ο επαγγελματισμός των κρατικών οργάνων, η σοβαρότητα της διοίκησης, η αποτελεσματικότητα της εποπτείας, η ανθρωπιά μας απέναντι σε ανθρώπους που έχουν τιμωρηθεί αλλά δεν έχουν απωλέσει την αξιοπρέπεια τους. Στο περιβάλλον αυτό η παραμικρή υπέρβαση μετατρέπεται σε χιονοστιβάδα αυθαιρεσίας. Αν δεν μπει τώρα τάξη με καθαρούς όρους, τα ίδια πρόσωπα θα ανακυκλώνουν την εξουσία τους και οι υποθέσεις θα βαλτώνουν μέχρι να ξεχαστούν αν δεν γίνει κατορθωτό να κουκουλωθούν.

Δεν υπάρχει λόγος να ανακαλύψουμε πάλι την πυρίτιδα, τον τροχό ή την ταχινόπιτα. Η λύση είναι γνωστή. Άμεσος διορισμός ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών με σαφή εντολή και αυστηρό χρονοδιάγραμμα. Προσωρινή απομάκρυνση όσων η εμπλοκή τους διερευνάται. Πλήρης διασφάλιση μαρτύρων και ορατή λογοδοσία με δημοσιοποίηση συμπερασμάτων. Από την κυβέρνηση, απαιτείται ξεκάθαρη επίδειξη πολιτικής βούλησης, ώστε να καταστεί σαφές ότι η έρευνα δεν είναι τυπική άσκηση αλλά υπόθεση τιμής για τους θεσμούς.

Αν η ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας και η Εκτελεστική Εξουσία θέλουν να πείσουν ότι δεν φοβούνται την αλήθεια, ας αποδείξουν ότι προέχει η καθαρή διαδικασία. Όχι αύριο, αλλά τώρα. Από εκεί θα αρχίσει η επανόρθωση της εμπιστοσύνης και η σοβαρή συζήτηση για ένα σωφρονιστικό σύστημα που δεν θα γεννά καταγγελίες αλλά θα αντέχει στην αυστηρότερη κριτική. Όσο καθυστερούμε, τόσο βαραίνει η σκιά πάνω από τις Φυλακές και τόσο πληθαίνουν οι ψίθυροι που δεν τιμούν κανέναν.