Οι Άγιοι Τόποι δεν σηκώνουν «παραστάσεις» διπλωματίας με ράσα

Του Πατριάρχη

Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος Γ΄ συναντήθηκε στην Κωνσταντινούπολη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο προεδρικό γραφείο του Ντολμά Μπαχτσέ, παρουσία κορυφαίων Τούρκων αξιωματούχων. Η εικόνα ήταν σχολαστικά σκηνοθετημένη, με ανταλλαγή δώρων και θερμές δηλώσεις για τους Αγίους Τόπους. Δεν ήταν μια απλή εθιμοτυπική επίσκεψη.

Ήταν μια πολιτική πράξη με σαφή μηνύματα και αποδέκτες.
Ιδιαίτερο βάρος είχε το δώρο του Θεοφίλου, το αντίγραφο του «Συμφώνου του Ομάρ», του κειμένου που ιστορικά αναφέρεται στην προστασία των χριστιανών μετά την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ, από τους Οθωμανούς. Σε λάθος στιγμή και προς λάθος κατεύθυνση, το σύμβολο λειτούργησε ως πιστοποιητικό ήπιας ισχύος για την Άγκυρα, η οποία πασχίζει να εμφανιστεί ως θεματοφύλακας όλων των ιερών τόπων, ενώ οι σχέσεις της με το Ισραήλ βρίσκονται σε κρίση.

Εδώ αρχίζει το πρόβλημα της ουσίας. Η καθημερινή λειτουργία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ισραηλινές αρχές, από θεωρήσεις και μετακινήσεις κληρικών μέχρι ζητήματα περιουσίας. Όταν ο Πατριάρχης προσφέρει στην Τουρκία μια τόσο ισχυρή εικόνα, δημιουργεί αντικειμενικά περιθώρια καχυποψίας στην Ιερουσαλήμ, ακριβώς την ώρα που ο ίδιος επικαλείται το «στάτους κβο» για να προστατεύσει τα προσκυνήματα. Το μήνυμα καταλήγει να είναι αντιφατικό και άρα αδύναμο.

Ακόμη πιο βαριά είναι η σκιά πάνω από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η Ιερουσαλήμ έχει ιστορική τιμή στην Ορθοδοξία, αλλά δεν είναι ρυθμιστής του διαχριστιανικού και διορθόδοξου διαλόγου. Τον ρόλο αυτόν τον έχει αποκλειστικά το Φανάρι. Κάθε κίνηση που εμφανίζεται να παρακάμπτει το Οικουμενικό Πατριάρχειο, υπονομεύει την κανονική τάξη και θολώνει την ενότητα. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Θεόφιλος φλερτάρει με αυτό το σφάλμα. Το 2020 επιχείρησε την λεγόμενη «αδελφική σύναξη» στο Αμμάν της Ιορδανίας, αναλαμβάνοντας μια εξωθεσμική πρωτοβουλία που χαροποίησε τη Μόσχα και προκάλεσε αντιδράσεις, ακριβώς επειδή έδειχνε να υποσκάπτει τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η πρόσφατη εμφάνισή του, δίπλα στον Ερντογάν αναστατώνει προκαλεί και πάλι ερωτηματικά.

Η Ελλάδα και η Κύπρος στηρίζουν παραδοσιακά το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, όχι για να του υπαγορεύουν κινήσεις, αλλά για να διασφαλίζεται ο σεβασμός των ιερών τόπων και η κανονική τάξη. Όταν όμως ο Πατριάρχης επιλέγει εικόνες που επιτρέπουν στην Άγκυρα να τον παρουσιάζει ως συνομιλητή της για την Ιερουσαλήμ, τότε δυσχεραίνει ο ίδιος την υπεράσπισή του στα ευρωπαϊκά φόρα και δημιουργεί αχρείαστη απόσταση από τους φυσικούς του συμμάχους που είναι η Αθήνα και η Λευκωσία. Κάθε εκατοστό που χάνεται σε αξιοπιστία δεν αναπληρώνεται με ευγενικές κορδέλες και δώρα.
Η Ιερουσαλήμ είναι ένας τόπος όπου η λεπτομέρεια κρίνει τα πάντα. Η σωστή διπλωματία δεν είναι οι δημόσιες σχέσεις με αμφιλεγόμενους αυταρχικούς ηγέτες, αλλά η νηφάλια προσήλωση σε τρεις άξονες. Πρώτον, ρητός συντονισμός με το Οικουμενικό Πατριαρχείο χωρίς υπαινιγμούς ηγεμονίας. Δεύτερον, προσεκτική ισορροπία με το Ισραήλ, την Ιορδανία και τις παλαιστινιακές κοινότητες, μακριά από εργαλειοποίηση της πίστης από τρίτους. Τρίτον, δημόσια επαναβεβαίωση ότι το «στάτους κβο» δεν είναι σχήμα λόγου αλλά αδιαπραγμάτευτη γραμμή άμυνας των Προσκυνημάτων.

Ο Πατριάρχης Θεόφιλος οφείλει να θυμηθεί ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων δεν είναι πολιτικός παίκτης σε διεθνές παζάρι. Είναι φύλακας τόπων που ανήκουν στην κοινή μνήμη της Χριστιανοσύνης. Όταν οι κινήσεις του δίνουν την εντύπωση υπονόμευσης του Φαναρίου, τότε δεν δοκιμάζεται απλώς η προσωπική του κρίση. Δοκιμάζεται η ίδια η υπόσταση του Πατριαρχείου στους Αγίους Τόπους.