Του Πατριάρχη
Η τελευταία ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ στο δικό του μέσο κοινωνικής δικτύωσης, το Truth Social, δεν είναι απλώς ένα ακόμη πυροτέχνημα στο γνωστό του ύφος. Είναι μια πολιτική τοποθέτηση με γεωπολιτικό βάρος, η οποία ουσιαστικά αποκαλύπτει τον τρόπο που βλέπει το μέλλον της Ουκρανίας και κυρίως, τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στη διεθνή σκακιέρα. «Ο Ζελένσκι μπορεί να τερματίσει τον πόλεμο αν το θέλει», έγραψε ο Τραμπ, κλείνοντας το μάτι στη ρωσική αφήγηση ότι το Κίεβο έχει την αποκλειστική ευθύνη για την ρωσική εισβολή! Δεν μπορεί να βρει κάποιος λογική σε αυτή την τοποθέτηση, η οποία δοκιμάζει τα ακραία όρια, ακόμη και της πιο χαμηλής ανθρώπινης νοημοσύνης.
Και με τρία θαυμαστικά, σαν έφηβος που τσακώνεται στο διαδίκτυο, προεξόφλησε ότι η Κριμαία δεν επιστρέφει στην Ουκρανία και η χώρα δεν θα μπει ποτέ στο ΝΑΤΟ.
Αν κάποιος δεν γνώριζε ότι αυτά τα έγραψε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, θα νόμιζε πως πρόκειται για αποσπάσματα από διάγγελμα του ίδιου του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Ο Τραμπ, αντί να περιοριστεί σε μια γενικόλογη αναφορά στην ειρήνη, γίνεται η απροκάλυπτη φωνή του Κρεμλίνου, υιοθετώντας πλήρως τα βασικά αιτήματα της Μόσχας.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν μιλά για σεβασμό διεθνών συνθηκών, δεν αναφέρεται σε κυριαρχία κρατών ή σε ανθρώπινες ζωές. Μιλά μόνο για «πράγματα που δεν αλλάζουν ποτέ», λες και η κατοχή μιας ξένης χώρας είναι φυσικό φαινόμενο, σαν την ανατολή του ήλιου, που δεν αλλάζει και αποτελεί νομοτέλεια.
Η ουσία είναι πως με τέτοιες δηλώσεις ο Τραμπ, ακυρώνει τον ιστορικό ρόλο των ΗΠΑ ως ηγέτιδας δύναμης της Δύσης. Οι Ευρωπαίοι, που αγωνιούν για την ασφάλειά τους, απέναντι στη ρωσική απειλή, ακούνε τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να τους λέει ότι δεν πρέπει να ελπίζουν σε καμία εγγύηση. Ουσιαστικά τους αφήνει βορά στις επεκτατικές ορέξεις της Μόσχας. Είναι το ίδιο μοτίβο που έχει επαναλάβει από την αρχή της δεύτερης θητείας του, όταν έλεγε πως οι ΗΠΑ δεν χρωστούν τίποτα στην Ουκρανία, δεν έχουν υποχρέωση απέναντι στην Ευρώπη, αρκεί να μην επηρεάζεται η Αμερική. Μια κοντόφθαλμη αντίληψη που διαλύει την έννοια της συλλογικής ασφάλειας και επιστρέφει τον κόσμο σε μια λογική 19ου αιώνα.
Η ειρωνεία είναι πως ο Τραμπ μιλά για την Κριμαία «που δόθηκε από τον Ομπάμα» το 2014, αποσιωπώντας ότι οι Ρώσοι εισέβαλαν και κατέλαβαν την περιοχή με στρατό και όπλα… και όχι ο Ομπάμα. Κανένας Αμερικανός πρόεδρος δεν την «παραχώρησε», αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια για την αφήγηση που τον βολεύει. Η παραποίηση της ιστορίας γίνεται όπλο για να παρουσιαστεί η ρωσική κατοχή ως γεγονός που οφείλουμε να αποδεχθούμε.
Το πιο επικίνδυνο όμως δεν είναι η άγνοια ή η απλοϊκή ανάγνωση των γεγονότων. Είναι το μήνυμα που στέλνει. Μια υπερδύναμη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να παραμερίσει το διεθνές δίκαιο, να εγκαταλείψει συμμάχους και να χαρίσει νομιμοποίηση στον εισβολέα, απλώς επειδή «μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ». Αν αυτό είναι το δόγμα Τραμπ για την εξωτερική πολιτική, τότε η Αμερική παύει να είναι αξιόπιστος σύμμαχος και μετατρέπεται σε παράγοντα αβεβαιότητας.
Η ιστορία, μας διδάσκει ότι κάθε φορά που η Δύση άφησε χώρο σε έναν αυταρχικό ηγέτη, εκείνος τον εκμεταλλεύτηκε. Από τον Χίτλερ στη δεκαετία του ’30 μέχρι τον Πούτιν σήμερα, ο κατευνασμός και οι «ρεαλιστικές παραχωρήσεις» δεν έφεραν ποτέ ειρήνη αλλά περισσότερο αίμα. Ο Τραμπ επιλέγει να αγνοήσει αυτό το μάθημα και να μιλήσει ως ηχώ του Κρεμλίνου.
Το τίμημα, αν οι απόψεις του γίνουν πολιτική των ΗΠΑ, θα το πληρώσει η Ευρώπη και ίσως η ίδια η Αμερική, η οποία που θα δει το κύρος της να εξευτελίζεται μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου.

























