Του Πατριάρχη
Ο θάνατος της Λένας Σαμαρά, κόρης του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, θα έπρεπε να είναι μια αφορμή για σιωπή και σεβασμό. Μια στιγμή που η δημόσια συζήτηση θα έδινε χώρο στην οικογένεια να θρηνήσει, μακριά από πολιτικές αντιπαραθέσεις και κοινωνικές μικρότητες. Αντ’ αυτού, πριν ακόμη δοθεί ο τελευταίος ασπασμός στην κηδεία, οι συνήθεις ύποπτοι της συνωμοσιολογικής σκηνής βρήκαν ευκαιρία να βγάλουν σεργιάνι το πιο άθλιο πρόσωπό τους.
Η ταχύτητα με την οποία κάποιοι έσπευσαν να αποδώσουν τον θάνατο στα εμβόλια κατά του κορονοϊού, δεν δείχνει μόνο έλλειψη ευαισθησίας· δείχνει απουσία κάθε ίχνους λογικής. Δεν είχαν καμία ιατρική γνώση, καμία επίσημη πληροφορία, καμία επαφή με την πραγματικότητα. Είχαν όμως μια εμμονή. Να φορτώσουν οποιοδήποτε περιστατικό θανάτου, σε μια προσωπική τους θεωρία, η οποία βασίζεται … στο ότι δεν βασίζεται πουθενά.
Ακόμα πιο αισχροί ήταν εκείνοι που, με την ευκολία που γράφεις μιαανοησία στα κοινωνικά δίκτυα, άφησαν υπονοούμενα για «δολοφονία» με ηθικό αυτουργό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Επειδή, λέει, είχε πολιτικές διαφωνίες με τον Αντώνη Σαμαρά. Αυτού του είδους οι «συλλογισμοί» δεν είναι απλώς παράλογοι, αλλά είναι εξόχως επικίνδυνοι. Δηλητηριάζουν την κοινή γνώμη, προσβάλλουν την τιμή ανθρώπων και αποδεικνύουν ότι η κακοήθεια δεν γνωρίζει όρια.
Το πρόβλημα με αυτές τις θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι μόνο η αθλιότητά τους. Είναι ότι βρίσκουν ακροατήριο.
Σε μια κοινωνία όπου η δημόσια συζήτηση διεξάγεται πλέον σε μεγάλο βαθμό μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάθε ανοησία μπορεί να βρει τη δική της μικρή «κοινότητα», που την αναπαράγει και τη φουσκώνει. Έτσι, η ανοησία αποκτά ψευδονομιμοποίηση και η αλήθεια θάβεται κάτω από τόνους διαδικτυακής λάσπης.
Η διασπορά τέτοιων θεωριών δεν είναι απλώς ένα »δικαίωμα στην άποψη», όπως αρέσκονται να λένε οι ίδιοι. Όταν επηρεάζει τη δημόσια υγεία, όπως συνέβη με την παραπληροφόρηση για τα εμβόλια, ή όταν πλήττει την ακεραιότητα και την τιμή ανθρώπων, τότε παύει να είναι άποψη και γίνεται προσβολή. Και η προσβολή, όταν έχει επιπτώσεις σε κοινωνικό επίπεδο, πρέπει να αντιμετωπίζεται θεσμικά.
Η ελευθερία του λόγου είναι θεμέλιο της δημοκρατίας, αλλά δεν είναι απεριόριστη. Όπως δεν μπορεί κανείς να φωνάζει «φωτιά» σε γεμάτο θέατρο προκαλώντας πανικό, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος, έτσι δεν μπορεί να σπέρνει ψεύδη που υπονομεύουν τη δημόσια τάξη και υγεία ή που διασύρουν ανθρώπους χωρίς αποδείξεις. Η νομοθεσία υπάρχει και το ερώτημα είναι αν οι αρμόδιες αρχές θα την εφαρμόσουν με τρόπο που να στέλνει σαφές μήνυμα. Οι κοινωνίες δεν μπορούν να άγονται και να φέρονται από ανθρώπους με προβλήματα νόησης και εμμονές.
Στον θάνατο, ακόμη και ο χειρότερος πολιτικός αντίπαλος αξίζει σεβασμό. Αυτό δεν είναι θέμα ευγένειας αλλά είναι θέμα πολιτισμού. Αν φτάσουμε στο σημείο να αντιμετωπίζουμε κάθε απώλεια ως εργαλείο για να επιβεβαιώσουμε τις εμμονές μας, τότε η κοινωνία μας δεν θα χρειαστεί συνωμοσία για να καταρρεύσει. Θα συμβεί από μόνο του.
Η Λένα Σαμαρά δεν έφυγε για να γίνει σύμβολο της ανοησίας κάποιων ανθρώπων. Έφυγε αφήνοντας πίσω μια οικογένεια που πονά. Και αυτή η οικογένεια, όπως κάθε οικογένεια σε πένθος, δικαιούται να το ζήσει χωρίς να χρειάζεται να απαντά σε φτηνά ψέματα και άθλιες εικασίες.
Αν θέλουμε να λεγόμαστε κοινωνία που σέβεται τον εαυτό της, το ελάχιστο που οφείλουμε είναι να σταθούμε σιωπηλοί μπροστά στον πόνο. Οι υπόλοιποι ας συνεχίσουν τις θεωρίες τους στον καθρέφτη τους. Εκεί τουλάχιστον δεν θα βλάψουν κανέναν άλλο.

























