Το φιάσκο Γιαννάκη και η τέχνη της συγκάλυψης

Του Πατριάρχη

Στο θέατρο του παραλόγου που ονομάζεται «δικαστική διαχείριση σκανδάλων στην Κύπρο», η υπόθεση του πρώην Επιτρόπου Εθελοντισμού Γιάννη Γιαννάκη γράφει ένα ακόμη κεφάλαιο.

Μετά από χρόνια ερευνών, καταθέσεων και πολιτικών δηλώσεων, η απόσυρση πέντε κατηγοριών φαντάζει σαν μια φυσική εξέλιξη, αφού το ίδιο έργο το είδαμε και το ξαναείδαμε με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.
Ο Γ. Γιαννάκη δεν ήταν οποιοσδήποτε. Αποτέλεσε πολιτική επιλογή σε θεσμική θέση με απευθείας στήριξη από την τότε Προεδρία της Δημοκρατίας, έχοντας ρόλο και λόγο στην σε θέματα «πολιτικής μηχανικής με έμφαση στην πολιτική επιστήμη και τον εθελοντισμό»!

Δεν χρειαζόταν κάποιος πάνω από πέντε λεπτά, για να αντιληφθεί ότι ο άνθρωπος ήταν ακατάλληλος. Και όμως είχαν επιχειρήσει να τον χρίσουν υποψήφιο βουλευτή του ΔΗΣΥ, πετώντας έξω την Αννίτα Δημητρίου και στο τέλος τον βολέψανε σε θέση Επιτρόπου, έχοντας κάνει και δεκτά τα αιτήματα του για διατήρηση της θέσης του στον Οργανισμό Νεολαίας. Αν και Γιαννάκης… δεν κατάλαβα ποτέ τι σχέση είχε με την Νεολαία; Αλλά θα μου πείτε, μήπως είχε με τον Εθελοντισμό;

Και όταν αποκαλύφθηκε – ή μάλλον, όταν διέρρευσε – ότι υπήρξαν πλαστά πτυχία και ανύπαρκτα ακαδημαϊκά προσόντα, το σύστημα έσπευσε να δείξει πόσο θορυβημένο αλλά και πόσο προστατευτικό είναι με όποιον είναι θρασύς.

Έγινε έρευνα, ανακρίσεις, οδηγήθηκε ενώπιον δικαστηρίου… Όλα σύμφωνα με το πρωτόκολλο, αλλά με συνεχείς προσπάθειες να κλείσει η υπόθεση. Όταν έγινε αντιληπτό πως δεν κλείνει με τίποτα, η Εισαγγελία έπαιζε καθυστερήσεις μέχρι να ξεχαστεί, ενώ συνέχιζε (και συνεχίζει) να πληρώνεται από τα δημόσια ταμεία.
Η περίπτωση του Γιαννάκη, προβλήθηκε, σχολιάστηκε καιμάλιστα χρησιμοποιήθηκε ως απόδειξη ότι «δεν υπάρχουν άβατα» και «όλοι είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου».

Και τώρα, σαν να πρόκειται για μία ξεχασμένη υπόθεση που απλώς ήρθε η ώρα να κλείσει, έπεσαν πέντε κατηγορίες στο καλάθι των αχρήστων, αφού πρώτα λήφθηκε πρόνοια να δικαστεί σε Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι σε Κακουργιοδικείο, για να πέσει ακόμα και σε περίπτωση καταδίκης στα μαλακά.

Για λόγους που θυμίζουν περισσότερο νομικά ακροβατικά παρά ουσιαστική εκτίμηση αθωότητας ή ενοχής που καταλήξαμε;
Ένα τεράστιο «ουπς» από πλευράς του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης, που μας λέει χωρίς ντροπή: «Ε, δεν πειράζει. Προχωράμε».

Το ερώτημα είναι απλό. Αν δεν τεκμηριώνονταν οι πέντε κατηγορίες που αποσύρθηκαν, γιατί απαγγέλθηκαν; Κι αν ήταν τεκμηριωμένες γιατί αποσύρονται με την δικαιολογία ότι παραδέχθηκε τρεις από το σύνολο των εννιά; Μήπως μας έκανε και χάρη ο Γ. Γιαννάκη που παραδέχθηκε ότι ήταν τόσο θρασύς που άλλαξε το απολυτήριο Λυκείου με το χέρι;
Τι ακριβώς αποδείχθηκε και τι όχι; Ή μάλλον, ποιος αποφάσισε ότι αποδείχθηκε ό,τι βολεύει να αποδειχθεί;

Η δικαιοσύνη, για να πείθει, πρέπει να φαίνεται ότι είναι δικαιοσύνη. Εδώ, όχι μόνο δεν φαίνεται, αλλά δείχνει και νωχελική, επιλεκτική και εν τέλει, ενοχικά συνεργάσιμη με εκείνους που υποτίθεται πως ελέγχει. Το μήνυμα που στέλνεται στους πολίτες είναι σαφές: Αν είσαι από τους «μέσα», έχεις προστασία. Αν δεν είσαι, έχεις πρόβλημα.

Πώς να πάρει στα σοβαρά ο πολίτης τέτοια σύστημα απονομής δικαιοσύνης; Όταν βλέπει τις υποθέσεις να ξεφουσκώνουν όπως ξεφουσκώνει ένα ελαττωματικό σωσίβιο που υποτίθεται θα τον κρατούσε στην επιφάνεια της ελπίδας για κάθαρση;

Η υπόθεση Γιαννάκη δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Αφορά το ίδιο το κράτος και τη σχέση του με την αλήθεια, τη διαφάνεια και την ευθύνη. Αφορά ένα σύστημα που ξέρει να στήνει κατηγορητήρια όταν πιέζεται, αλλά και να τα αποσύρει όταν πια έχει κοπάσει η σκόνη.

Στην Κύπρο, τελικά, η συγκάλυψη δεν είναι παρασπονδία. Είναι θεσμός.