Του Πατριάρχη
Οι διεθνείς κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αποτελούν το πιο σκληρό, αλλά και αποτελεσματικό όπλο που έχει στη διάθεσή της η Δύση για να τιμωρήσει το καθεστώς Πούτιν για τον επιθετικό πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Παρά τις ενστάσεις δυσπιστίας, οι σαφείς αποδείξεις δείχνουν ότι οι κυρώσεις και οι οικονομικοί περιορισμοί έχουν ήδη «γονατίσει» σημαντικά τις πηγές εσόδων του Κρεμλίνου και έχουν φρενάρει την ρωσική πολεμική βιομηχανία.
Καταρχάς, το 18ο πακέτο κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εγκρίθηκε μόλις χθες, στοχεύει καίρια σε ενεργειακούς και τραπεζικούς τομείς. Απαγορεύει συναλλαγές με 22 πρόσθετες ρωσικές τράπεζες, μπλοκάρει μελλοντικές λειτουργίες του Nord Stream και κατεβάζει το ανώτατο όριο τιμής του αργού πετρελαίου από 60 σε 47,60 δολάρια το βαρέλι, με εξαμηνιαία αναπροσαρμογή. Πρόκειται για μέτρα που συρρικνώνουν τα έσοδα από εξαγωγές ενέργειας, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη τη χρηματοδότηση του πολεμικού προϋπολογισμού.
Παράλληλα, οι περιορισμοί στις εισαγωγές τεχνολογικού εξοπλισμού και η απομόνωση του ρωσικού τραπεζικού συστήματος στον διατραπεζικό μηχανισμό Swift αυξάνουν το κόστος παραγωγής, φρενάρουν την ψηφιακή καινοτομία και επηρεάζουν καθοριστικά την εσωτερική αγορά. Με στοιχεία από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Διεθνή Τράπεζα, η πραγματική μεγέθυνση του ρωσικού Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) αναμένεται μόλις στο 1,5% για το 2025, πολύ μακριά από τους ισχυρισμούς για ανάπτυξη 5%, οι οποίοι βασίζονται είτε σε επιλεκτικές εκτιμήσεις είτε σε επίσημα στοιχεία αναθεωρημένα προς τα κάτω μετά από πιέσεις.
Επιπλέον, η επιβολή σειράς απαγορεύσεων στις εισαγωγές τεχνολογίας έχει άμεσο αντίκτυπο στο βιοτικό επίπεδο των Ρώσων. Ο πληθωρισμός στο καλάθι τροφίμων ανέβηκε πάνω από 20% για τους χαμηλόμισθους, λόγω εκτόξευσης τιμών στα γεωργικά προϊόντα, με δεδομένο πως το 35% του εισοδήματος των νοικοκυριών δαπανήθηκε για τρόφιμα τον περασμένο Απρίλιο, κάτι που αποτελεί ρεκόρ πενταετίας. Παρ’ ότι ο αριθμός των Ρώσων κάτω από το όριο της φτώχειας με εισόδημα 14.339 ρούβλια τον μήνα μειώθηκε στο 9,3% το 2023 από 12,9% το 2017, αυτή η βελτίωση απέχει πολύ από τις κυβερνητικές εξαγγελίες και συνιστά περισσότερο μια «χαμένη δεκαετία» σε πραγματικά εισοδήματα .
Ωστόσο, η ομοφωνία της Ε.Ε. στην άσκηση πίεσης στη Ρωσία, δοκιμάζεται από δύο κράτη–μέλη. Την Ουγγαρία και τη Σλοβακία. Στις 23 Ιουνίου, Βουδαπέστη και Μπρατισλάβα μπλόκαραν την παράταση του 17ου πακέτου κυρώσεων, αντιδρώντας στο σχέδιο πλήρους απεξάρτησης από τα ρωσικά ενεργειακά προϊόντα μετά το 2027 . Ο Όρμπαν τελικά υποχώρησε και η ανανέωση κατά έξι μήνες ψηφίστηκε στις 27 Ιουνίου . Παρόμοιο σίριαλ παίχτηκε με τη Σλοβακία, για το 18ο πακέτο κυρώσεων.Ο πρωθυπουργός Φίτσκο μπλόκαρε την απόφαση, μέχρι να λάβει εγγυήσεις για τροφοδοσία της χώρας του με ρωσικό αέριο έως το 2034. Μετά από διαπραγματεύσεις, η Ε.Ε. δέχτηκε εξαίρεση μέχρι το 2028, κι έτσι το βέτο ανακλήθηκε.
Το μήνυμα είναι σαφές. Η αλληλεγγύη της Ευρώπης δοκιμάζεται σε κάθε κρίση, όμως τελικά υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη κοινής γραμμής. Η επιτυχία των κυρώσεων δεν φαίνεται σε έναν μόνο δείκτη ανάπτυξης, αλλά στη συνολική κλονισμένη αξιοπιστία της ρωσικής αξιοπιστίας, στη δραματική μείωση εσόδων, στους δυσμενέστερους όρους δανεισμού και στη πτώση του πραγματικού εισοδήματος. Κάθε δολάριο που χάνεται για τα ρωσικά ταμεία είναι και μια σφαίρα λιγότερη και μια ζωή περισσότερη στην Ουκρανία.
Οι κυρώσεις έχουν επιπτώσεις και στις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά η ευρωπαϊκή οικονομία δείχνει ανθεκτικότητα. Από την άλλη, η Ρωσία καλλιεργεί τον μύθο της ανάπτυξης αλλά αυτό δεν θα μπορεί να το κάνει για πολύ ακόμη, καθώς η οικονομία της δεν μπορεί να βασιστεί άλλο στην μεγέθυνση της πολεμικής βιομηχανίας. Οι πόλεμοι, αργά ή γρήγορα τελειώνουν και τότε η Ρωσία θα πρέπει να βρει τρόπους να σώσει την οικονομία της.

























