Πρόβα στρατιωτικής δικτατορίας από τον Τραμπ

Του Πατριάρχη

Η επανεμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ στην πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μοιάζει πια με φάρσα, αλλά με κακόγουστη πρόβα γενικής εκτροπής.

Ό,τι ξεκίνησε το 2016 ως μια εκκεντρική απόπειρα «να ταρακουνηθεί το σύστημα» μετατρέπεται πια σε μια ανησυχητική και απροκάλυπτη πορεία αποδόμησης της ίδιας της δημοκρατικής τάξης, πάνω στην οποία στηρίχθηκε ότι γνωρίζαμε για το αμερικανικό πολιτειακό οικοδόμημα, για περισσότερο από δύο αιώνες.
Η δεύτερη έφοδος (επανεκλογή) του Τραμπ προς την εξουσία γίνεται με το ίδιο ύφος της πρώτης θητείας του. Αλαζονεία, επίδειξη ισχύος, απαξίωση των θεσμών και ρητορική μίσους. Μόνο που αυτή τη φορά, οι αναστολές του πλανητάρχη είναι λιγότερες, η στρατηγική του περισσότερο στοχευμένη και οι μηχανισμοί ελέγχου και ισορροπίας, αν όχι ανύπαρκτοι, σίγουρα ξεδοντιασμένοι.

Ζούμε μια από τις πιο επικίνδυνες εκφάνσεις του αυταρχισμού του, μετά την εισβολή των ημιάγριων οπαδών του στο Καπιτώλιο.
Η χρήση της Εθνοφρουράς και η απειλή για αξιοποίηση Πεζοναυτών για να ελέγξει την κατάσταση στη Καλιφόρνια, δεν είναι λεπτομέρεια άνευ σημασίας.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, ο Τραμπ είχε επιχειρήσει να κινητοποιήσει στρατιωτικές μονάδες στα σύνορα με το Μεξικό για να «αντιμετωπιστεί» και πάλι το ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης, ένα πρόβλημα που, κατά τον ίδιο, χρειαζόταν όχι λύση, αλλά καταστολή. Στρατιώτες, χωρίς διακριτικά, με πλήρη εξοπλισμό, κλήθηκαν να υποκαταστήσουν την πολιτική διαχείριση με την ένοπλη αποτροπή. Η εικόνα μιας δημοκρατίας που χρησιμοποιεί τον στρατό της ενάντια σε ανθρώπους χωρίς όπλα, χωρίς φωνή, χωρίς νομική κάλυψη, έφερε μνήμες από άλλες εποχές, σε άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη του πλανήτη.

Ο ίδιος ο Τραμπ δεν διστάζει να φλερτάρει πολιτικά με όλους σχεδόν τους δικτάτορες, κάθε απόχρωσης, και να αγκαλιάζει την διεθνή ακροδεξιά. Από τον Κιμ Γιονγκ Ουν μέχρι τον Πούτιν, και από τον Ερντογάν ως τον Όρμπαν, η διάθεσή του να συνδιαλλαγεί με αυταρχικούς ηγέτες δεν δείχνει μόνο πολιτική αφέλεια ή διπλωματική αδεξιότητα, αλλά φανερώνει μια βαθύτερη ταύτιση μαζί τους. Τον εντυπωσιάζει η απόλυτη εξουσία, τον ελκύει η ιδέα της μη λογοδοσίας, τον εξιτάρει το ενδεχόμενο ενός πολιτικού συστήματος χωρίς αντίλογο. Κι αυτό δεν είναι απλώς επικίνδυνο, είναι καταστροφικό για μια δημοκρατία που βασίζεται στην εναλλαγή προσώπων και κομμάτων στην εξουσία, στον διάλογο και στον σεβασμό στους θεσμούς.

Η υπόσχεση του Τραμπ για «εκκαθαρίσεις» στην ομοσπονδιακή διοίκηση, οι ευθείες απειλές προς τα ΜΜΕ, η απόπειρα να εργαλειοποιήσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η ρητορική περί «εχθρών του λαού» αποκαλύπτουν έναν πολιτικό που δεν αποδέχεται τίποτα από αυτά που αντιπροσωπεύουν οι ΗΠΑ. Ο Πρόεδρος αυτή της χώρας που έγινε συνώνυμο της ανεκτικότητας, βλέπει τους κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού, ως εμπόδιο στην προσωπική του κυριαρχία.

Και ενώ πολλοί πίστευαν πως το 2020 υπήρξε το πολιτικό τέλος μιας σκοτεινής περιόδου, η επιστροφή του Τραμπ φέρνει μαζί της τη βαριά σκιά μιας Αμερικής που απομακρύνεται από τις φιλελεύθερες αρχές και προσεγγίζει, επικίνδυνα, μοντέλα εξουσίας που μέχρι πρόσφατα η ίδια αποστρεφόταν.

Η Αμερική βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου μπορεί να αντέξει την υπονόμευσή της από τον ίδιο τον Πρόεδρο της. Δυστυχώς η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι θεσμοί, όσο ισχυροί κι αν φαίνονται, δεν είναι άτρωτοι.