Η Δημοκρατία των πορισμάτων και η τεχνική του «ανακριτισμού»

Του Πατριάρχη

Στην Κύπρο, όταν ένα θέμα αρχίζει να μυρίζει ευθύνες, δεν ανοίγουν παράθυρα για να μπει καθαρός αέρας, αλλά ανοίγει μια έρευνα. Αν το θέμα μυρίζει πολύ, διορίζεται ποινικός ανακριτής και αν μυρίζει αφόρητα, συστήνεται ερευνητική επιτροπή. Αν πλέον δεν μπορεί να αναπνεύσει κανείς, ανακοινώνεται με αυστηρό ύφος ότι «θα διερευνηθούν όλα» και «το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκαλο». Εκεί συνήθως τελειώνει η υπόθεση και αρχίζει η διαδικασία ασθενούς μνήμης. «Ζητήθηκε παράταση», για να ακολουθήσει και άλλη παράταση και μέχρι να τελειώσει η έρευνα έχουν διαταχθεί άλλες δέκα για άλλα θέματα που προκύπτουν από την επικαιρότητα.

Έχουμε αποκτήσει τέτοια εμπειρία στο άθλημα, που θα μπορούσαμε να διεκδικήσουμε Ολυμπιακό Μετάλλιο, στο κουκούλωμα άνευ εμποδίων, στην κατηγορία του «δημόσιου συμφέρνοντος».
Το κράτος ποτέ δεν λέει «δεν φταίει κανείς», γιατί κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ευγενικό. Λέει «διορίσαμε ερευνώντα λειτουργό». Δεν λέει «θα περάσει ο καιρός και θα ξεχαστεί», λέει «αναμένουμε το πόρισμα». Δεν λέει «το πόρισμα θα μπει σε συρτάρι», λέει «θα αξιολογηθεί από τις αρμόδιες αρχές». Η ελληνική γλώσσα είναι πλούσια και η κυπριακή διοικητική διάλεκτος έχει εφεύρει ολόκληρη σχολή αποστείρωσης ευθυνών.

Κάθε φορά το ίδιο σκηνικό. Συμβαίνει κάτι σοβαρό, υπάρχουν παραλείψεις, λάθη, αποφάσεις, πρόσωπα, υπογραφές, προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν, αρμοδιότητες που έγιναν μπαλάκι… Η κοινή γνώμη εξοργίζεται και οι αρμόδιοι εμφανίζονται να διαβεβαιώσουν πως «δεν θα υπάρξει συγκάλυψη». Λίγο αργότερα ανακοινώνεται ο διορισμός κάποιου ευυπόληπτου συνταξιούχου, κατά προτίμηση πρώην δικαστικού… ή πρώην κάτι τέλος πάντων, ώστε η σοβαρότητα να έχει και βαρύ βιογραφικό.

Από εκείνη τη στιγμή το θέμα μπαίνει στην εντατική της γραφειοκρατίας. Ζει, αλλά δεν κινείται, αναπνέει, αλλά δεν μιλά. Οι εβδομάδες γίνονται μήνες, οι μήνες γίνονται χρόνια και στο τέλος το μόνο που θυμόμαστε είναι ότι «κάτι είχε διαταχθεί», αλλά δεν πρέπει να το συζητάμε γιατί θα επηρεαστούν οι έρευνες. Σπανίως θα μάθουμε τι βρέθηκε και συνήθως ποτέ, ποιος έφταιξε. Όσο για το ποιος πλήρωσε … υπάρχει το δημόσιο συμφέρον που περνάει από το πλυντήριο της Νομικής Υπηρεσίας. Μαθαίνουμε πάντως πως η Πολιτεία «ενήργησε άμεσα», αλλά μετά κάπου έμπλεξε η υπόθεση, σε νόμους, και παραγραφους.
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως το πόρισμα, όταν τελικά εμφανιστεί, συχνά έχει την ιδιότητα του λογοτεχνικού φαντάσματος. Όλοι μιλούν γι’ αυτό, λίγοι το διάβασαν, κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει μετά.

Περιέχει διαπιστώσεις, εισηγήσεις, παρατηρήσεις, ίσως και ορισμένες κομψές φράσεις περί «θεσμικών αδυναμιών». Η λέξη «ευθύνη» μπαίνει συνήθως με τρόπο διακριτικό, για να μην παρεξηγηθεί κανείς.
Έτσι φτάσαμε να θεωρούμε την έρευνα όχι εργαλείο διαφάνειας, αλλά τεχνική κουκουλώματος. Η τεχνική αυτή ονομάζεται «ανακριτισμός». Κάνουμε άπειρες ανακρίσεις για να μην πούμε τίποτα.
Ουσιαστικά πρόκειται για θεσμικό ηρεμιστικό. Δίνεται στον πολίτη για να πέσει η πίεση, να φύγει η πρώτη οργή, να αλλάξει η επικαιρότητα, να περάσει το καλοκαίρι, να έρθει ο χειμώνας, να ξεκινήσει άλλο σκάνδαλο και να χρειαστεί άλλη έρευνα. Ένας θεσμικός κύκλος ζωής, με αρχή την ανακοίνωση και τέλος την αμνησία.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι διορίζονται ανακριτές ή επιτροπές. Σε ένα σοβαρό κράτος είναι αναγκαίο να ερευνώνται οι υποθέσεις με τάξη, στοιχεία και κανόνες. Το πρόβλημα είναι όταν η έρευνα γίνεται υποκατάστατο της απόφασης, όταν η διαδικασία λειτουργεί σαν βολικό παραβάν, όταν η ανακοίνωση του διορισμού παρουσιάζεται ως απόδοση δικαιοσύνης, ενώ είναι απλώς η αρχή μιας διαδρομής που σπανίως φτάνει σε σταθμό.

Η ευθύνη, όμως, δεν είναι εποχικό φρούτο για να ωριμάζει αιώνια πάνω στο δέντρο. Ή αποδίδεται ή σαπίζει. Και όταν σαπίζει, η μυρωδιά δεν μένει στο συρτάρι του πορίσματος, αλλά απλώνεται σε ολόκληρο το κράτος.