Του Πατριάρχη
Η τραγωδία στη Λεμεσό, με αστυνομικό να πυροβολεί τέσσερις φορές τη σύζυγό του και στη συνέχεια να αυτοκτονεί με το υπηρεσιακό του όπλο, δεν μπορεί να κλείσει με μια ανακοίνωση συμπάθειας, δύο υπηρεσιακές φράσεις και την γνωστή διαβεβαίωση ότι «οι διαδικασίες τηρήθηκαν». Αν όντως τηρήθηκαν όλες οι διαδικασίες και φτάσαμε εδώ, τότε το πρόβλημα δεν είναι μικρότερο. Είναι μεγαλύτερο.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι έκανε ο συγκεκριμένος άνθρωπος εκείνο το πρωί. Αυτό θα το διερευνήσουν οι ανακριτές. Το ερώτημα είναι πώς ένας αστυνομικός παραλαμβάνει οπλισμό, αποχωρεί από τον χώρο εργασίας του οπλισμένος και λίγη ώρα μετά το υπηρεσιακό όπλο γίνεται εργαλείο ενδοοικογενειακής φρίκης. Εδώ δεν μιλάμε για ένα αντικείμενο που ξέχασε κάποιος στο γραφείο του. Μιλάμε για πιστόλι, σφαίρες και εξουσία ζωής και θανάτου στα χέρια ενός ανθρώπου που εκείνη τη στιγμή, όπως αποδείχθηκε με τον πιο βίαιο τρόπο, δεν έπρεπε να τα έχει.
Η Αστυνομία οφείλει να απαντήσει καθαρά. Ποια είναι η διαδικασία ελέγχου ικανότητας οπλοφορίας των μελών της; Κάθε πότε γίνεται; Από ποιους γίνεται; Είναι πραγματικός έλεγχος ή μια τυπική υπογραφή σε χαρτί που προσφέρει την ψευδαίσθηση τάξης μέσα στο χάος; Υπάρχει ψυχολογική αξιολόγηση ουσίας; Υπάρχει επανέλεγχος μετά από προσωπικά προβλήματα, εντάσεις, πειθαρχικά ζητήματα, οικογενειακές κρίσεις ή ενδείξεις επιθετικής συμπεριφοράς ή θεωρούμε ότι όποιος κάποτε κρίθηκε ικανός, μένει ικανός εσαεί, λες και η ανθρώπινη ψυχή λειτουργεί με πιστοποιητικό που δεν λήγει;
Το υπηρεσιακό όπλο δεν είναι προέκταση της στολής, δεν είναι σύμβολο κύρους, δεν είναι προσωπικό προνόμιο. Είναι εργαλείο που παραχωρείται από την Πολιτεία για συγκεκριμένο σκοπό και υπό αυστηρούς όρους. Όταν ένας αστυνομικός το παίρνει, πρέπει να υπάρχει έλεγχος. Όταν το χρησιμοποιεί, πρέπει να υπάρχει λογοδοσία. Όταν το μεταφέρει εκτός του άμεσου υπηρεσιακού πλαισίου, πρέπει να υπάρχει λόγος. Και όταν φεύγει από τη μονάδα του οπλισμένος, έστω και για «πέντε λεπτά», όπως φέρεται να είπε, πρέπει να υπάρχει σύστημα που να μη στηρίζεται στην καλή διάθεση, στην οικειότητα των συναδέλφων ή στο «έλα μωρέ, δικός μας είναι».
Αυτή η νοοτροπία του «δικός μας είναι» κοστίζει ακριβά πολλές φορές αλλά στην Αστυνομία μπορεί να κοστίσει ζωές. Όχι επειδή οι αστυνομικοί είναι συλλογικώς ύποπτοι. Το αντίθετο. Ακριβώς επειδή οι περισσότεροι κάνουν δύσκολη δουλειά, σε δύσκολες συνθήκες, πρέπει να προστατεύονται και οι ίδιοι από ένα σύστημα που δεν ανέχεται τρύπες. Η οπλοφορία χρειάζεται αυστηρότητα, όχι για να ταπεινωθεί ο αστυνομικός, αλλά για να προστατευθεί ο πολίτης, η οικογένεια του αστυνομικού και ο ίδιος ο αστυνομικός από τη στιγμή κατάρρευσης που καμία στολή και καμία υπηρεσιακή πείρα δεν μπορούν να συγκρατήσουν.
Η ηγεσία της Αστυνομίας δεν έχει την πολυτέλεια να περιοριστεί σε γενικόλογες δηλώσεις. Χρειάζεται ανεξάρτητος έλεγχος των διαδικασιών οπλοφορίας, χρειάζεται καταγραφή, αξιολόγηση, ευθύνη διοίκησης και σαφές πρωτόκολλο για το πότε αφαιρείται προσωρινά ή μόνιμα το δικαίωμα οπλοφορίας. Χρειάζεται επίσης κουλτούρα αναφοράς, ώστε ένας συνάδελφος να μπορεί να πει «κάτι δεν πάει καλά» χωρίς να θεωρηθεί προδότης της συναδελφικής αλληλεγγύης.
Η κοινωνία δεν ζητάει θαύματα. Ζητάει τα αυτονόητα, που στην Κύπρο συχνά αντιμετωπίζονται ως υπερβολικές απαιτήσεις. Όταν ένας λειτουργός του κράτους κυκλοφορεί με υπηρεσιακό όπλο, το κράτος πρέπει να ξέρει όχι μόνο πού βρίσκεται το όπλο, αλλά και αν ο άνθρωπος που το κρατά μπορεί να το κρατά. Μετά από αυτή την τραγωδία, οι διαβεβαιώσεις ότι όλα βαίνουν καλώς δεν αρκούν. Γιατί αν αυτό είναι το «καλώς», τότε πρέπει επειγόντως να δούμε πώς μοιάζει το κακώς.

























