Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη διπλωματία και στην αυταπάτη

Του Πατριάρχη

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης είπε αυτό που λογικά όφειλε να πει. Ότι υπάρχει εξέλιξη, ότι η πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ βρίσκεται σε εξέλιξη, ότι υπάρχει «παράθυρο ευκαιρίας» κλπ. Γνωρίζουμε πως ο Αντόνιο Γκουτέρες τον ενημέρωσε στις Βρυξέλλες, μετά τη συνάντησή του με τον Ερντογάν στην Άγκυρα, ότι «βρίσκεται σε εξέλιξη μια νέα πρωτοβουλία μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας». Η προσωπική απεσταλμένη του Μαρία Άνχελα Ολγκίν επισκέπτεται πρωτεύουσες, διερευνά, ακούει. Ενδεχομένως, έχει πει ο Πρόεδρος, να φτάσουμε σε «κάτι πολύ συγκεκριμένο» ακόμα και πριν το τέλος του 2026.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η κινητικότητα είναι αληθινή. Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο, είναι αν αυτή η φορά διαφέρει ουσιαστικά από τις προηγούμενες.

Το Κυπριακό δεν είναι άλυτο επειδή λείπουν οι ιδέες. Είναι άλυτο επειδή η Τουρκία έχει υπολογίσει ότι το κόστος μιας λύσης στο πλαίσιο του ΟΗΕ (αποχώρηση στρατευμάτων, τερματισμός εγγυήσεων, επιστροφή εδαφών) υπερβαίνει τα οφέλη της. Αυτή η αριθμητική δεν έχει αλλάξει και ο εκπρόσωπος του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας Ζεκί Ακτούρκ το υπενθύμισε , λέγοντας πως «μια λύση στο Κυπριακό είναι μόνο δυνατή στη βάση του μοντέλου δύο κρατών». Αυτό δεν ακούγεται σαν δήλωση κάποιου που ετοιμάζεται να παρακαθίσει στο τραπέζι για λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Ο Ν. Χριστοδουλίδης το ξέρει αυτό και σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβάνει πως «το κλειδί είναι στην Τουρκία». Όχι στον Τατάρ, όχι στις Βρυξέλλες, όχι στη Λευκωσία, αλλά στην Άγκυρα. Αυτό δημιουργεί το ερώτημα. Τι κρατάει η Άγκυρα στο χέρι σήμερα που δεν κρατούσε το 2017 στο Κραν Μοντανά;
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η πρωτοτυπία της σημερινής συγκυρίας. Η στρατηγική που διαμορφώνεται σε Λευκωσία και Βρυξέλλες δεν στηρίζεται μόνο στην κλασική διπλωματική πίεση αλλά σε μια ουσιαστική διασύνδεση. Η Τουρκία επιθυμεί διακαώς αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων, με τελωνειακή ένωση, θεωρήσεις εισόδου και πολιτικό διάλογο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση στέλνει σαφές μήνυμα πως η εξασφάλιση αυτών των ωφελημάτων από την Άγκυρα εξαρτάται από την εποικοδομητική στάση της στο Κυπριακό.

Η ΕΕ ουσιαστικά έχει αποσαφηνίσει ότι για να ξεκινήσει η διαδικασία αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης, στόχος που η Άγκυρα θεωρεί στρατηγικής σημασίας, θα πρέπει η Τουρκία να εγκαταλείψει τη γραμμή της λύσης των δύο κρατών και να επιστρέψει στο πλαίσιο του ΟΗΕ για ΔΔΟ. Οι επαφές της Ολγκίν στις Βρυξέλλες δείχνουν ακριβώς αυτό. Αναζήτηση των κατάλληλων μοχλών ώστε η επιστροφή στο τραπέζι των συνομιλιών να αποκτήσει για την Τουρκία μεγαλύτερη αξία από την εμμονή στο αδιέξοδο.
Η λογική εμφανής, αλλά η αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης, ακόμα κι αν αποφασιστεί πολιτικά, απαιτεί τεχνικές διαπραγματεύσεις ετών. Ο Ερντογάν θα ήθελε τα οφέλη εδώ και τώρα, όχι κάποια χρόνια αργότερα και η Ευρώπη δεν μπορεί να πληρώσει εκ των προτέρων. Αυτό η απόσταση ανάμεσα στην υπόσχεση και στην παράδοση είναι ένα θέμα και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο που σπανίως αναλύεται επαρκώς. Το προσωπικό κίνητρο του ΓΓ. Ο Αντόνιο Γκουτέρες βλέπει τη θητεία του να τελειώνει τον Δεκέμβριο. Από την Ουκρανία ως τη Γάζα, τα μεγάλα αιματηρά αδιέξοδα έχουν μείνει άλυτα και το Κυπριακό είναι το μόνο θέμα όπου ο ΓΓ του ΟΗΕ διατηρεί ουσιαστικό ρόλο. Αυτό σημαίνει ότι η προσωπική φιλοδοξία του Γκουτέρες να αφήσει κληρονομιά συγκλίνει με τη διπλωματική πρωτοβουλία.

Η σύγκλιση αυτή μπορεί να είναι αποφασιστικός παράγοντας ή, κάτω από συνθήκες αποτυχίας, να αποδειχθεί επικίνδυνη. Ένας ΓΓ με ισχυρή προσωπική επένδυση στο αποτέλεσμα μπορεί να πιέσει υπερβολικά, να ζητήσει από τις πλευρές παραχωρήσεις που καμία δεν είναι σε θέση να κάνει και οδηγήσει σε μια διαδικασία που θα καταρρεύσει και πάλι. Η κατάρρευση στο Κραν Μοντανά το 2017 άφησε πληγές και μια νέα αποτυχία σε παρόμοιο επίπεδο θα αποθαρρύνει τους επόμενους διαμεσολαβητές τουλάχιστον για άλλη μια δεκαετία.

Αυτό που θα πρέπει να αποφύγουμε είναι η Τουρκία να αποδεχθεί τυπικά συμμετοχή μια νέα άτυπη διάσκεψη, χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά τη θέση της, εισπράττοντας όμως οφέλη από τη φαινομενική επίδειξη θετικής στάσης. Αυτό το κάνει η Τουρκία συχνά και με χαμηλό κόστος, αποκομίζει κάποιο κέρδος σε ευρωτουρκικό επίπεδο, χωρίς καμία ουσιαστική παραχώρηση. Ποτέ όμως δεν ρέπει να υποτιμούμε το ενδεχόμενο, οι επαφές να οδηγήσουν σε νέο αδιέξοδο, η διάσκεψη να μην γίνει ή να γίνει και να αποτύχει και ο Αντόνιο Γκουτέρες να αποχωρήσει τον Δεκέμβριο αφήνοντας πίσω του το Κυπριακό άλυτο, όπως οι προκάτοχοι του.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης κάνει αυτό που πρέπει να κάνει. Κρατάει ανοιχτές τις πόρτες, στηρίζει την πρωτοβουλία και εκφράζει αισιοδοξία ώστε να διατηρεί την ευελιξία να διαπραγματευτεί. Παράλληλα υπάρχει το χρέος προς την κυπριακή κοινή γνώμη, να προετοιμαστούν οι πολίτες για το ενδεχόμενο μιας ακόμα αποτυχίας. Πρέπει να γίνει σαφές ότι ακόμα κι αν η Τουρκία πειστεί να επιστρέψει στο πλαίσιο του ΟΗΕ, οι ουσιαστικές διαφορές στα ζητήματα εγγυήσεων, εδάφους και διακυβέρνησης παραμένουν σχεδόν τεράστιες.

Η ελπίδα δεν είναι αρκετή γιατί χρειάζεται και ψυχρή εκτίμηση. Η πρώτη χωρίς τη δεύτερη οδηγεί σε αυταπάτες που έχουν στοιχίσει ακριβά στο Κυπριακό επί δεκαετίες.

Το παράθυρο που περιγράφει ο Πρόεδρος υπάρχει και το κλειδί παραμένει στα χέρια της Άγκυρας.