Του Πατριάρχη
Ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο με το Ιράν πιστεύοντας πως θα γράψει ακόμη ένα κεφάλαιο προσωπικού μεγαλείου. Ήταν σίγουρος πως θα γονάτιζε την Τεχεράνη, θα ξήλωνε το θεοκρατικό καθεστώς, θα εξαέρωνε το πυρηνικό πρόγραμμα, θα άνοιγε τα Στενά του Ορμούζ και μετά θα εμφανιζόταν μπροστά στις κάμερες για να εξηγήσει στην ανθρωπότητα πόσο τυχερή είναι που τον έχει. Η ανθρωπότητα, ως συνήθως, δεν ρωτήθηκε, αλλά πλήρωσε, πληρώνει και θα πληρώνει τον λογαριασμό.
Η συμφωνία που ανακοινώθηκε για τερματισμό των εχθροπραξιών και επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ παρουσιάστηκε από τον Τραμπ ως θρίαμβος. Μόνο που οι θρίαμβοι συνήθως έχουν κάτι χειροπιαστό να επιδείξουν. Εδώ έχουμε μια προκαταρκτική συμφωνία, με πολλές γκρίζες ζώνες, χωρίς καθαρή απάντηση για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και χωρίς ένδειξη ότι η Τεχεράνη υπέστη τη στρατηγική ήττα που διαφήμιζε ο Λευκός Οίκος. Ακόμη και οι αγορές, που ανακάμπτουν με το παραμικρό όταν πέφτει η τιμή του πετρελαίου, αντέδρασαν με ανακούφιση αλλά και επιφυλακτικότητα. Η τιμή του Brent υποχώρησε περίπου 5% μετά την ανακοίνωση, όχι επειδή λύθηκε το πρόβλημα, αλλά επειδή μειώθηκε ο άμεσος φόβος για μακροχρόνιο πρόβλημα εφοδιασμού. Τόσο υψηλό είναι το επίπεδο της παγκόσμιας πολιτικής σοφίας που πανηγυρίζουμε επειδή ένας Νέρωνας σταμάτησε να κρατάει ένα αναμμένο σπίρτο δίπλα σε βενζινάδικο.
Για μήνες, η παγκόσμια οικονομία έζησε με τον φόβο της ενεργειακής ασφυξίας. Τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι το νησί του Έπσταϊν. Από εκεί περνάει κρίσιμο μέρος της παγκόσμιας ροής πετρελαίου και φυσικού αερίου. Κάθε απειλή στην περιοχή μεταφέρεται αμέσως στις τιμές των καυσίμων, στα ναύλα, στις ασφάλειες, στις αεροπορικές εταιρείες, στα νοικοκυριά και τελικά στα ράφια των υπεραγορών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να είναι ενεργειακά πιο ανθεκτικές από άλλες οικονομίες, αλλά ούτε αυτές ζουν σε οικονομική γυάλα. Ο Αμερικανός καταναλωτής πλήρωσε ακριβότερα καύσιμα, οι επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με μεγαλύτερο κόστος και ο πληθωρισμός κάνει πάρτι. Μελέτες εκτίμησαν ότι ακόμη και στο σχετικά αισιόδοξο σενάριο η άνοδος του πετρελαίου από τον πόλεμο θα μπορούσε να προσθέσει 0,6 ποσοστιαίες μονάδες στον γενικό πληθωρισμό των Ηνωμένων Πολιτειών το 2026.
Οι σύμμαχοι της Αμερικής πλήρωσαν επίσης. Η Ευρώπη, η Ιαπωνία, οι οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια και οι χώρες που δεν διαθέτουν την πολυτέλεια του δολαρίου ως παγκόσμιου νομίσματος συναλλαγών, ένιωσαν πιο έντονα το κόστος. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας δεν χτυπάει μόνο τα πρατήρια καυσίμων. Χτυπάει τη βιομηχανία, τις μεταφορές, την παραγωγή τροφίμων, τις τιμές των λιπασμάτων, το κόστος δανεισμού… τα πάντα. Η Παγκόσμια Τράπεζα μείωσε την πρόβλεψή της για την παγκόσμια ανάπτυξη στο 2,5%, επικαλούμενη τις αυξημένες τιμές ενέργειας, τον πληθωρισμό και το υψηλότερο κόστος δανεισμού. Δηλαδή, ο Τραμπ πήγε να κάνει επίδειξη πυγμής στην Τεχεράνη και κατάφερε να στείλει τον λογαριασμό μέχρι το τελευταίο νοικοκυριό που δεν ξέρει καν πού πέφτουν τα Στενά του Ορμούζ.
Το σπιγουρο είναι ότι η συμφωνία δεν μοιάζει με νίκη. Μοιάζει με αναγκαστική προσγείωση, καθώς το Ιράν δεν «εξαφανίστηκε». Δεν εγκατέλειψε το πυρηνικό του πρόγραμμα, δεν άλλαξε καθεστώς και δεν έγινε ξαφνικά φιλοδυτική δημοκρατία, επειδή το αποφάσισε ο Τραμπ με δύο αναρτήσεις του. Η Τεχεράνη βγαίνει από τη σύγκρουση πολιτικά ανθεκτική, ενώ τα βασικά στρατηγικά ζητήματα, όπως ο εμπλουτισμός ουρανίου, οι κυρώσεις και το πυραυλικό πρόγραμμα, δεν έχουν λυθεί. Αυτό είναι πρόβλημα για έναν πρόεδρο που πούλησε τον πόλεμο ως γρήγορη χειρουργική επέμβαση και τελικά βρέθηκε να διαπραγματεύεται επίδεσμο, το πόσο θα εξευτελιστεί.
Ο Τραμπ ήθελε να αποδείξει πως μόνο αυτός μπορεί να επιβάλει τάξη στη Μέση Ανατολή. Το αποτέλεσμα ήταν να υπενθυμίσει πόσο ακριβή γίνεται η αλαζονεία όταν κάποιος κάνει τον στρατηγό χωρίς να έχει ιδέα από στρατιωτικές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέστησαν οικονομικό κόστος, οι σύμμαχοί τους σύρθηκαν σε μια κρίση που δεν έλεγχαν, οι αγορές έζησαν εβδομάδες νευρικής αστάθειας και η παγκόσμια ανάπτυξη δέχθηκε νέο πλήγμα. Και στο τέλος; Μια συμφωνία που απλώς επιδιώκει να σταματήσει τη ζημιά που ο ίδιος ο Τραμπ προκάλεσε.
Ο Τραμπ έκανε άνω κάτω την παγκόσμια οικονομία, τρόμαξε τις αγορές, φόρτωσε κόστος στους Αμερικανούς και στους συμμάχους τους και στο τέλος κατέληξε σε συμφωνία που δεν εκπληρώνει τους μεγάλους στόχους που ο ίδιος είχε θέσει.
Μια τρύπα στο νερό, αλλά από εκείνες τις τρύπες που κοστίζουν δισεκατομμύρια

























