Του Πατριάρχη
Ο λαϊκισμός στα μέρη μας δεν εμφανίζεται πάντα με φωνές και ακραία συνθήματα, αλλά συχνά έρχεται με χαμόγελο, με ύφος απλού καθημερινού ανθρώπου, με δήθεν αθώες προτάσεις για το «σύστημα», τους «παλιούς», τους «βολεμένους» και τους «διεφθαρμένους». Πατάει πάνω σε υπαρκτά προβλήματα και αυτό τον κάνει ακόμα πιο επικίνδυνο, γιατί δεν ξεκινάει από το τίποτα. Ξεκινάει από την κούραση του κόσμου, από τα λάθη των κομμάτων, από την αλαζονεία όσων κυβέρνησαν και από την αίσθηση πολλών πολιτών ότι κανένας δεν τους ακούει.
Μέχρι εδώ, η κριτική είναι θεμιτή και πολλές φορές απαραίτητη.
Η Κύπρος έχει δει αρκετά για να μη δικαιούται κανένας να ζητάει από τους πολίτες σιωπή και υπομονή. Υπήρξαν σκάνδαλα, συγκαλύψεις, «εξυπηρετήσεις», κακές αποφάσεις, κομματικά παιχνίδια και ευθύνες που αγνοούνται σε επιτροπές και πορίσματα. Όταν όμως κάποιος εργαλειοποιεί αυτή τη δικαιολογημένη δυσφορία και τη μετατρέπει σε ισοπεδωτική απαξίωση της δημοκρατίας, τότε δεν έχει στο μυαλό του την κάθαρση. Απλώς κάνει ζημιά με «καλές» προθέσεις.
Ο λαϊκιστής δεν λέει απλώς ότι κάποια κόμματα απέτυχαν, λέει ότι όλα τα κόμματα είναι άχρηστα. Δεν λέει ότι κάποιοι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι, λέει ότι όλοι είναι ίδιοι. Δεν ζητάει καλύτερους θεσμούς, καλλιεργεί την ιδέα ότι οι θεσμοί είναι μέρος του προβλήματος. Έτσι, ο πολίτης δεν καλείται να σκεφτεί, να συγκρίνει, να κρίνει και να αποφασίσει, αλλά ωθείται να θυμώσει και ο θυμωμένος πολίτης είναι εύκολος πελάτης για κάθε σωτήρα της στιγμής.
Στην Κύπρο αυτό το παιχνίδι μπορεί να γίνει ακόμη πιο επικίνδυνο, καθώς είμαστε μια μικρή χώρα, με ανοικτό εθνικό ζήτημα, με την Τουρκία να κατέχει έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, με σοβαρές γεωπολιτικές πιέσεις και με ανάγκη να λειτουργούν οι θεσμοί με σοβαρότητα. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να μετατρέπουμε τη δημόσια ζωή σε παράσταση, ούτε μπορεί η πολιτική να γίνεται βίντεο για κατανάλωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου όλα πρέπει να είναι ευκολόπεπτα και εντυπωσιακά. Η δημοκρατία δεν δουλεύει έτσι. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί αλλιώς θα κυβερνούσαμε με likes, θυμωμένες φατσούλες, καρδούλες και σχόλια κάτω από αναρτήσεις. Κάπου πρέπει όμως να κρατηθεί και ένα ίχνος σοβαρότητας.
Η είσοδος νέων προσώπων και νέων σχημάτων στη Βουλή δεν είναι από μόνη της αρνητική. Αντιθέτως, μπορεί να είναι και χρήσιμη, αφού τα παλιά κόμματα χρειάζονται πίεση, ανανέωση και έλεγχο. Όμως άλλο πράγμα η ανανέωση και άλλο ο ευτελισμός. Άλλο πράγμα η συμμετοχή των πολιτών και άλλο η ψευδαίσθηση ότι ένα πάτημα σε μια εφαρμογή μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική ευθύνη. Τα προβλήματα μας δεν λύνονται με λύσεις του ποδαριού, ούτε με συνθήματα που ακούγονται ωραία αλλά δεν αντέχουν στην πρώτη σοβαρή ερώτηση.
Ο Αριστοφάνης στους Ιππείς (κάποιοι, κάποτε στα σχολεία που είναι «άχρηστα» κάναμε Αρχαία Ελληνικά) είχε σκιαγραφήσει με αριστουργηματικό τρόπο τον δημαγωγό Κλέωνα, ο οποίος κολάκευε τον Δήμο για να υφαρπάξει την ψήφο του και να ικανοποιήσει τις δικές του προσωπικές φιλοδοξίες. Οι σύγχρονοι Κλέωνες της Λευκωσίας μπορεί να φορούν ραμμένα στα μέτρα τους κοστούμια και ταγιέρ ή να χειρίζονται με μαεστρία τα κινητά τους τηλέφωνα, αλλά η συνταγή παραμένει αναλλοίωτη από την αρχαιότητα. Απευθύνονται αποκλειστικά στο συναίσθημα και ποτέ στη λογική. Ποντάρουν στον φόβο, στην οργή και στην εύλογη αγανάκτηση των πολιτών, μετατρέποντας τον σοβαρό πολιτικό διάλογο σε ένα φθηνό θέαμα που θυμίζει ρωμαϊκή αρένα.
Ο λαϊκισμός υπόσχεται ότι θα καθαρίσει το τοπίο και στην πράξη το θολώνει περισσότερο. Αντί να εξηγεί, απλοποιεί και αντί να προτείνει, καταγγέλλει. Αντί να αναλαμβάνει ευθύνη, δείχνει συνέχεια κάποιον άλλο και όταν κληθεί να δώσει λύσεις, συνήθως ανακαλύπτει ότι τα πράγματα είναι πιο δύσκολα από όσο τα παρουσίαζε. Τότε αρχίζουν οι υπεκφυγές, οι θεατρινισμοί και οι νέες καταγγελίες και ο κύκλος γίνεται φαύλος μέχρι να διαπιστώσουμε ότι μένουμε στο ίδιο σημείο.
Η μοναδική πειστική απάντηση στον λαϊκισμό δεν είναι οι κραυγές, αλλά η προσήλωση στην αλήθεια, όσο πικρή και δυσάρεστη και αν ακούγεται στα αυτιά ενός καλομαθημένου ακροατηρίου.

























