Του Πατριάρχη
Η εκλογή Προέδρου της Βουλής έδωσε στην πολιτική σκηνή μια από εκείνες τις στιγμές όπου όλοι προσποιούνται ότι μιλάνε σοβαρά, ενώ ξέρουν πως συμμετέχουν σε παράσταση.
Ο Φειδίας Παναγιώτου εμφανίστηκε ως διαπραγματευτής μεγάλου βεληνεκούς, η Αννίτα Δημητρίου ως πρόθυμη συνομιλήτρια κοινωνικών αιτημάτων και το αποτέλεσμα ήταν ένα βίντεο που υποτιμούσε την νοημοσύνη… όσων σε πείσμα των καιρών την διατηρούν ακόμη.
Οι τέσσερις ψήφοι της Άμεσης Δημοκρατίας αποδείχθηκαν κρίσιμες στον πρώτο γύρο της διαδικασίας εκλογής Προέδρου της Βουλής. Η Αννίτα Δημητρίου πέρασε στον δεύτερο γύρο με 21 ψήφους, έχοντας τους 17 του Δημοκρατικού Συναγερμού και τους 4 του Φειδία Παναγιώτου. Στον δεύτερο γύρο, με τη στήριξη και του ΔΗΚΟ, εξελέγη με 29 ψήφους. Μέχρι εδώ όλα είναι πολιτική αριθμητική. Το πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που η αριθμητική ντύθηκε με το κοστούμι της δήθεν μεγάλης κοινωνικής συμφωνίας.
Ο Φειδίας δεν αναζητούσε σύγκλιση θέσεων. Αναζητούσε περιεχόμενο και ήθελε ένα βίντεο για να το πουλήσει ως απόδειξη διαπραγματευτικής δεινότητας. Για αυτό άλλωστε ναυάγησε και η προσπάθεια με το ΔΗΚΟ, γιατί δεν γινόταν αποδεκτή η απαίτηση για βίντεο με τον Πρόεδρο. Ο Φειδίας ήθελε να πει στους ακολούθους του ότι μπήκε στο δωμάτιο, έβαλε όρους και βγήκε με λάφυρα. Δεν τον ενδιέφερε αν τα λάφυρα χωράνε στον προϋπολογισμό. Τον ενδιέφερε αν χωράνε στο μοντάζ.
Η Αννίτα Δημητρίου το γνώριζε. Γνώριζε πολύ καλά ότι η Βουλή δεν μπορεί να επιβαρύνει τον προϋπολογισμό ούτε με ένα ευρώ. Γνώριζε ότι οι υποσχέσεις για αυξήσεις συντάξεων, για κρατικές οικιστικές μονάδες, για γενναία επιδόματα γέννησης παιδιών, αν υλοποιούνταν, όπως παρουσιάστηκαν, θα έστελναν το καράβι της οικονομίας στα βράχια. Κι όμως είπε ναι. Είπε θα προσπαθήσουμε, γιατί το «θα προσπαθήσουμε» δεν κοστίζει τίποτα μπροστά στην κάμερα. Κοστίζει μετά, όταν έρθει ο λογαριασμός και δεν υπάρχει χρήμα στο ταμείο. Η πολιτική όμως δεν είναι κατάλογος ευχών σε παιδικό πάρτι.
Το πραγματικό οξύμωρο της όλης υπόθεσης είναι πως η ίδια η Αννίτα Δημητρίου, είχε στηλιτεύσει την ανευθυνότητα και τον λαϊκισμό με ιδιαίτερη αυστηρότητα κατά την προεκλογική περίοδο. Ωστόσο ενέδωσε στον πειρασμό του εύκολου εντυπωσιασμού, χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό. Και οι δύο πρωταγωνιστές αυτού του περιβόητου ψηφιακού έργου γνώριζαν την αλήθεια. Ήξεραν καλά πως η άτυπη συμφωνία τους ήταν ακριβώς σαν να υπόσχονταν την άμεση εγκατάσταση συστήματος κλιματισμού σε κάθε σπίτι σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο. Μια εξαιρετικά καλή και φιλάνθρωπη σκέψη, στερούμενη όμως οποιασδήποτε ρεαλιστικής πιθανότητας υλοποίησης.
Ο Φειδίας πήρε το βίντεο που ήθελε και η Αννίτα πήρε τις ψήφους που χρειαζόταν, ενώ οι πολίτες πήραν άλλη μια δόση πολιτικής σκηνοθεσίας που οδηγεί στον δρόμο της απέχθειας στην πολιτική. Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά η συναλλαγή έγινε μπροστά στην κάμερα, με την άνεση ανθρώπων που πιστεύουν ότι το κοινό δεν θα δώσει σημασία στις «λεπτομέρειες». Δηλαδή στο ότι οι δεσμεύσεις δεν έχουν κανένα πρακτικό αντίκρισμα.
Κάπως έτσι φτάνουμε στο ερώτημα, «ποιος κοροϊδεύει ποιον;».
Το πιο επικίνδυνο δεν είναι το βίντεο, αλλά είναι το μήνυμα που περνάει. Ότι η πολιτική γίνεται με όρους influencers, ότι η σοβαρότητα αντικαθίσταται από το viral και ότι η Βουλή είναι πλατφόρμα περιεχομένου και όχι χώρος σοβαρότητας. Αν αυτό εδραιωθεί, αύριο θα εκλέγουμε προέδρους με βάση τα views και στην Ολομέλεια της Βουλής θα ψηφίζονται νόμοι με βάση τα likes.
Το βιντεάκι θα μείνει, οι υποσχέσεις θα ξεχαστούν και η πολιτική θα συνεχίσει να πληρώνει το τίμημα της ελαφρότητας, όπως πάντα.

























