Του Πατριάρχη
Η λέξη «διαφάνεια» έχει αποκτήσει στην πολιτική ζωή μια σχεδόν μεταφυσική έννοια. Την επικαλούνται όλοι, για όλα και παντού. Την πετάνε σε κάθε ομιλία, σε κάθε δήλωση, σε κάθε συζήτηση, σαν να πρόκειται για άγιο δισκοπότηρο της δημόσιας ζωής και περιμένουν να σιωπήσουν οι υπόλοιποι από το δέος που προκαλεί. Ωστόσο η πολιτική δεν είναι τελετή εξορκισμού και η διαφάνεια, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αποτελεί σχέδιο διακυβέρνησης.
Το πρόβλημα προκύπτει όταν η λέξη χρησιμοποιείται όχι για να διορθώσει κάτι συγκεκριμένο, αλλά για να αφήσει υπόνοια ότι όλα είναι ύποπτα.
Το να πεις ότι χρειάζεται περισσότερη διαφάνεια σε έναν θεσμό όπου υπάρχει πραγματικό κενό ελέγχου, είναι όντως μια σοβαρή πολιτική θέση. Το να λες όμως, γενικώς και αορίστως, «διαφάνεια παντού», χωρίς να εξηγείς πού υπάρχει το πρόβλημα, ποιοι και γιατί (αποδεδειγμένα) μας κρύβουν κάτι, είναι πολιτική δημαγωγία και μάλιστα από τις πιο φτηνές εκδοχές της, γιατί δεν απαιτεί ούτε γνώση, ούτε πρόταση, ούτε ανάληψη ευθύνης. Απαιτεί μόνο ένα σύνθημα, λίγο οργισμένο ύφος και αρκετή αυτοπεποίθηση. Πρόκειται για το γνωστό πακέτο της εποχής, όπου η σοβαρότητα συχνά στριμώχνεται ανάμεσα σε ένα βίντεο, σε ένα χειροκρότημα και σε μερικά διαδικτυακά μπράβο.
Ας δούμε λοιπόν πού ακριβώς δεν υπάρχει διαφάνεια. Στις συνεδρίες της Βουλής; Είναι ανοικτές και οι πολίτες μπορούν να γνωρίζουν τι συζητείται, ποιος μιλά, ποιος ψηφίζει και ποιος κρύβεται πίσω από γενικόλογες τοποθετήσεις. Βεβαίως για τους αδαείς υπάρχουν αυτοί που θα πουν στο TikTok, ότι όλα γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες και θα το πιστέψουν.
Στις δικαστικές διαδικασίες; Οι δίκες είναι κατά κανόνα δημόσιες και οι αποφάσεις αιτιολογούνται. Αν μάλιστα υπάρχουν σκιές, προβλέπονται διαδικασίες και νομικά εργαλεία για έλεγχο τους. Στις δημόσιες προσφορές; Υπάρχουν διαδικασίες, προσφυγές, έλεγχοι και δυνατότητα επανεξέτασης.
Δεν λέει κανείς ότι όλα λειτουργούν ιδανικά, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αφέλεια. Όμως άλλο πράγμα η ανάγκη βελτίωσης και άλλο η καλλιέργεια της εντύπωσης ότι πίσω από κάθε πόρτα υπάρχει διαπλοκή που περιμένει να την κατατροπώσει ο πρώτος πολιτικός τυχοδιώκτης.
Υπάρχουν, βεβαίως, πεδία όπου η διαφάνεια έχει όρια και καλώς έχει. Δεν μπορεί η επιλογή εξοπλισμών της Εθνικής Φρουράς να γίνεται σε τηλεοπτικό πάνελ, όπως δεν μπορεί η εξωτερική πολιτική να χαράσσεται με δημόσια αποκάλυψη κάθε χειρισμού, κάθε επαφής και κάθε εναλλακτικού σχεδίου. Τα κράτη που σέβονται τον εαυτό τους δεν διαπραγματεύονται στις πλατείες με κοινό σαν να πρόκειται για συναυλία.
Η δημοκρατία απαιτεί λογοδοσία, αλλά η λογοδοσία δεν ταυτίζεται με την αυτοϋπονόμευση.
Διαφάνεια δεν σημαίνει μετατροπή της δημόσιας ζωής σε reality show. Δεν σημαίνει πως πρέπει να στηθεί μια πολιτική εκδοχή του Big Brother, όπου όλοι θα παρακολουθούν όλους, όλα θα εκτίθενται, όλα θα σχολιάζονται και στο τέλος κανείς δεν θα ξέρει τι αποφασίζεται και γιατί. Αυτές οι καταστάσεις δεν υπηρετούν τη δημοκρατία και αντιθέτως την εξευτελίζουν. Εξευτελίζουν και την πολιτική και το κράτος που τις ανέχεται. Το κράτος δεν είναι σκηνικό τηλεοπτικού προγράμματος και οι θεσμοί δεν υπάρχουν για να παράγουν περιεχόμενο προς κατανάλωση. Υπάρχουν για να λαμβάνουν αποφάσεις, να ελέγχονται, να λογοδοτούν και να προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον.
Όταν όλα γίνονται θέαμα, η ουσία χάνεται και ο πολίτης δεν ενημερώνεται καλύτερα, αλλά παραπληροφορείται. Αντί να γνωρίζει τι αποφασίστηκε, με ποια στοιχεία και με ποια ευθύνη, καλείται να παρακολουθεί στιγμιότυπα, εντάσεις, αποσπάσματα και επιλεγμένες εντυπώσεις. Αυτό δεν είναι λογοδοσία. Αλλά θεατρική παράσταση, με τους πολίτες στον ρόλο του κομπάρσου ή του ηδονοβλεψία. Μια Δημοκρατία που θέλει να είναι σοβαρή δεν μπορεί να συγχέει τον έλεγχο με την κλειδαρότρυπα.
Εκεί όπου υπάρχει πραγματικό και σοβαρό ζήτημα είναι για παράδειγμα, στο ανέλεγκτο προνόμιο του Γενικού Εισαγγελέα να διατάσσει ή να αναστέλλει ποινικές διώξεις. Είναι ζήτημα ισορροπίας εξουσιών και εμπιστοσύνης των πολιτών. Γι’ αυτό και οι κινήσεις για μεταρρύθμιση της Νομικής Υπηρεσίας, με διαχωρισμό ρόλων και μηχανισμούς ελέγχου, έχουν ουσία. Δεν είναι σύνθημα, αλλά θεσμική απάντηση σε μια υπαρκτή συνταγματική ανωμαλία. Εκεί χρειάζεται περισσότερη λογοδοσία, χρειάζεται έλεγχος και χρειάζεται να περιοριστεί η αίσθηση ότι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς ο πολίτης να έχει δυνατότητα να γνωρίζει το σκεπτικό και τα όρια της εξουσίας.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στη σοβαρή μεταρρύθμιση και στην πολιτική δημαγωγία. Η πρώτη εντοπίζει πρόβλημα, προτείνει λύση και δέχεται έλεγχο, ενώ η δεύτερη φωνάζει για «διαφάνεια» και περιμένει χειροκρότημα και επειδή το χειροκρότημα είναι φθηνότερο από τη σκέψη, αρκετοί το προτιμούν.
Δεν χρειαζόμαστε άλλη κατάχρηση και κακοποίηση λέξεων, αλλά χρειαζόμαστε θεσμούς που λειτουργούν, ελέγχους που δεν παραλύουν το κράτος, διαδικασίες που προστατεύουν τον πολίτη και πολιτικούς που ξέρουν τη διαφορά ανάμεσα στην αποκάλυψη και στο πανηγύρι. Η διαφάνεια είναι απαραίτητη όταν φωτίζει πραγματικές σκοτεινές διαδικασίες. Όταν όμως γίνεται μόνιμο σύνθημα χωρίς περιεχόμενο, παύει να υπηρετεί τη δημοκρατία και αρχίζει να υπηρετεί την καχυποψία, η οποία, όσο βολική κι αν είναι προεκλογικά, δεν έχτισε ποτέ κανένα σοβαρό κράτος.

























