Δεν είναι και κολακευτική η εικόνα της Αστυνομίας

Του Πατριάρχη

Η δημόσια αντιπαράθεση του υπουργού Δικαιοσύνης Κώστα Φυτιρή με τον Αρχηγό Αστυνομίας Θεμιστό Αρναούτη για το ωράριο των αστυνομικών το σίγουρο είναι πως δεν τιμά κανέναν. Ούτε την κυβέρνηση, ούτε την ηγεσία της Αστυνομίας, ούτε ένα κράτος που θέλει να εμφανίζεται σοβαρό, λειτουργικό και έτοιμο να διαχειριστεί ζητήματα δημόσιας ασφάλειας. Διότι όταν ένα τόσο κρίσιμο θέμα, που αφορά ανθρώπους, επιχειρησιακή ετοιμότητα, εργασιακά δικαιώματα και την καθημερινή αστυνόμευση, μετατρέπεται σε δημόσια σύγκρουση κορυφής, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ωράριο, αλλά η εικόνα διοίκησης.

Ο Αρχηγός της Αστυνομίας προχώρησε σε αλλαγές στο ωράριο μελών των Ουλαμών Πρόληψης Εγκλήματος, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του πολιτικού του προϊσταμένου και η ενόχληση του Κ. Φυτιρή δεν αφορά μια τυπική υπηρεσιακή λεπτομέρεια. Αφορά απόφαση με επιχειρησιακές προεκτάσεις, καθώς επηρεάζει μονάδες που έχουν ρόλο στην πρόληψη, στην αστυνόμευση και στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Σε τέτοια θέματα η Αστυνομία δεν λειτουργεί ως ανεξάρτητο πριγκιπάτο, όσο και αν σε κάποιους αρέσει η στολή να συνοδεύεται και από ένα μικρό σκήπτρο.

Υπάρχει ασφαλώς και η άλλη πλευρά. Ο Θεμιστός Αρναούτης υποστήριξε ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών ότι η εναρμόνιση του ωραρίου αποτελεί θεσμική υποχρέωση, συνδέεται με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου του 2019 για μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από 40 σε 37,5 ώρες και με τη σχετική ρύθμιση που ψήφισε η Βουλή. Υποστήριξε επίσης ότι η μέχρι σήμερα εφαρμογή ήταν αποσπασματική και άνιση, δημιουργώντας διαφοροποιήσεις μεταξύ προσωπικού γραφείου και προσωπικού βάρδιας. Αυτά δεν ακυρώνουν όμως την ανάγκη συνεννόησης, τεκμηρίωσης και θεσμικής διαδικασίας.

Το αρνητικό στοιχείο της απόφασης δεν είναι μόνο ότι αλλάζει ένα καθεστώς εργασίας, αλλά ότι αλλάζει με τρόπο που εμφανίζεται μονομερής. Οι επηρεαζόμενοι αστυνομικοί δεν είναι αριθμοί. Μιλάμε για περίπου 1.000 μέλη που επηρεάζονται από την αλλαγή, με το 12ωρο να γίνεται 11ωρο και τη μείωση των ημεραργιών από 19 σε 5, ώστε να «κερδηθεί» προσωπικό για την πρώτη γραμμή. Αυτό πρακτικά σημαίνει ανατροπή οικογενειακού προγραμματισμού, αίσθηση απώλειας κεκτημένων, πιθανή μείωση εισοδήματος από υπερωρίες και αύξηση εσωτερικής δυσαρέσκειας. Μια Αστυνομία με προσωπικό σε διαρκή εκνευρισμό δύσκολα γίνεται πιο αποδοτική, όσο ωραία και αν ακούγονται οι λέξεις «αναδιοργάνωση» και «εκσυγχρονισμός» στα δελτία Τύπου.

Αν στόχος ήταν η ενίσχυση της πρώτης γραμμής, θα έπρεπε να παρουσιαστεί καθαρό επιχειρησιακό σχέδιο. Πόσοι αστυνομικοί λείπουν; Σε ποιες περιοχές; Ποια καθήκοντα θα ενισχυθούν; Πώς θα μετρηθεί η αποτελεσματικότητα; Πώς θα προστατευθεί η υγεία και η ισορροπία των μελών; Χωρίς απαντήσεις, η αλλαγή μοιάζει λιγότερο με μεταρρύθμιση και περισσότερο με διοικητική επίδειξη ισχύος.
Η δημόσια αντιπαράθεση προκαλεί και δεύτερη ζημιά. Δίνει στους πολίτες την εικόνα ότι Υπουργείο και Αρχηγείο δεν συνεννοούνται ούτε στα βασικά. Υπονομεύει το κύρος της ηγεσίας της Αστυνομίας, εκθέτει τον υπουργό ως αιφνιδιασμένο πολιτικό προϊστάμενο και προσφέρει στις συντεχνίες χώρο να μετατρέψουν ένα υπαρκτό εργασιακό ζήτημα σε σύγκρουση συνολικής αξιοπιστίας. Σε μια περίοδο αυξημένων απαιτήσεων, με ζητήματα ασφάλειας, μετανάστευσης, οργανωμένου εγκλήματος και εν μέσω της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τέτοια εικόνα δεν είναι και κολακευτική.

Η λύση δεν είναι να κάνει ο ένας τον αυστηρό και ο άλλος τον προσβεβλημένο. Η απόφαση πρέπει να επανεξεταστεί με πραγματική διαβούλευση, επιχειρησιακά στοιχεία και χρονοδιάγραμμα εφαρμογής. Αν η αλλαγή είναι σωστή, να αποδειχθεί και αν είναι πρόχειρη, να διορθωθεί. Το βέβαιο είναι ότι η Αστυνομία δεν εκσυγχρονίζεται με αιφνιδιασμούς και το κράτος δεν διοικείται με δημόσιες διαρροές ενόχλησης. Αυτά είναι για παρέες καφενείου και όχι για θεσμούς που κρατούν στα χέρια τους την ασφάλεια των πολιτών.