Του Πατριάρχη
Η 9η Μαΐου είναι για τη Ρωσία κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εθνική επέτειο. Είναι το ιερότερο κεφάλαιο της νεότερης μνήμης της, η μέρα κατά την οποία η θυσία εκατομμυρίων ανθρώπων μετατρέπεται σε κρατικό τελετουργικό. Μόνο που τα τελευταία χρόνια η μνήμη αυτή δεν τιμάται, αλλά στρατεύεται. Φοράει στολή παραλλαγής, ανεβαίνει σε άρματα, περνάει από την Κόκκινη Πλατεία και παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι η σημερινή Ρωσία έχει δικαίωμα να κάνει ότι θέλει, όπου θέλει, επειδή κάποτε ο Κόκκινος Στρατός έφτασε στο Βερολίνο.
Η νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας υπήρξε πράγματι μια από τις μεγάλες στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας. Χωρίς την τεράστια θυσία των λαών της Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς το Στάλινγκραντ, το Κουρσκ, την προέλαση προς το Ράιχσταγκ, η Ευρώπη θα είχε γνωρίσει ακόμη βαθύτερη νύχτα. Αυτό δεν μπορεί να το μειώσει κανείς χωρίς να προσβάλει τους νεκρούς. Όμως άλλο η ιστορική αναγνώριση και άλλο η κρατική μυθολογία, η οποία παίρνει ένα σύνθετο γεγονός και το κάνει μονόλογο. Κατά προτίμηση με μπάντες, στρατηγούς και πρόσωπα που κοιτούν το μέλλον σαν να τους ανήκει με συμβολαιογραφική πράξη. Στην εξέδρα των επισήμων σήμερα μόνο κάποιοι λίγοι δικτάτορες.
Η σοβιετική συμβολή στη συντριβή του ναζισμού ήταν καθοριστική, αλλά δεν ήταν αποκλειστική. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι λαοί που απελευθερώθηκαν από τους Γερμανούς φυλακίστηκαν για δεκαετίες πίσω από το Τείχος του Βερολίνου από τους Σοβιετικούς.
Επανερχόμαστε στα ηρωικά χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Βρετανία πολέμησε όταν η Ευρώπη είχε λυγίσει, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν στον πόλεμο και με το Lend-Lease Act (Πρόγραμμα δανεισμού και εκμίσθωσης) έστειλαν τεράστια υλική βοήθεια στους συμμάχους, περιλαμβανομένης και της Σοβιετικής Ένωσης. Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών καταγράφει συνολική βοήθεια περίπου $50 δισεκατομμυρίων τότε, σε περισσότερες από 30 χώρες, ενώ ξεχωριστή ανάλυση του National WWII Museum σημειώνει ότι η βοήθεια προς το ανατολικό μέτωπο της ΕΣΣΔ επηρέασε αποφασιστικά την έκβαση του πολέμου. Τους έστειλαν τρόφιμα, όπλα, αεροπλάνα, καύσιμα, χάλυβα, ρουχισμό κλπ Υπάρχει και κάτι που η επίσημη ρωσική αφήγηση προτιμά να προσπερνά με την άνεση σοβιετικού λογοκριτή που σβήνει παράγραφους.
Στην αρχή του πολέμου, η Σοβιετική Ένωση δεν ήταν αντίπαλος της ναζιστικής Γερμανίας. Με το σύμφωνο Μολότοφ Ρίμπεντροπ του Αυγούστου 1939, Μόσχα και Βερολίνο μοίρασαν σφαίρες επιρροής. Μετά την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία από τα δυτικά την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε από τα ανατολικά στις 17 Σεπτεμβρίου. Ακολούθησαν η επίθεση κατά της Φινλανδίας και η προσάρτηση των Βαλτικών χωρών. Αυτά δεν ακυρώνουν τον ηρωισμό των Σοβιετικών στρατιωτών όταν ο Χίτλερ γύρισε τα όπλα προς την ΕΣΣΔ. Ακυρώνουν όμως την αγιογραφία.
Σήμερα η επέτειος χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει επιλογές παρόμοιες με αυτές της ναζιστικής Γερμανίας. Η Ρωσία, που εμφανίζεται ως αιώνιος απελευθερωτής, είναι η χώρα που εισέβαλε στην Ουκρανία και έχει βυθίσει την Ευρώπη στον πιο αιματηρό πόλεμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είχαν προηγηθεί οι εισβολές στη Γεωργία, ενώ συνεχίζεται η ρωσική κατοχή μολδαβικού εδάφους στην Υπερδνειστερία.
Ακόμη και η φετινή παρέλαση στη Μόσχα γίνεται υπό τη σκιά του πολέμου, με περιορισμένη επίδειξη στρατιωτικού υλικού λόγω φόβων για την ασφάλεια και με τη Ρωσία πολύ πιο απομονωμένη από την εποχή που δυτικοί ηγέτες στέκονταν στην Κόκκινη Πλατεία.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Η Μόσχα επικαλείται την αντιφασιστική νίκη για να δικαιολογήσει έναν επιθετικό πόλεμο. Μιλάει για απελευθέρωση ενώ καταστρέφει ουκρανικές πόλεις. Μιλάει για ιστορική δικαιοσύνη ενώ ξαναγράφει την Ιστορία με το μελάνι της κρατικής προπαγάνδας. Τιμά τους νεκρούς του 1941 – 1945, αλλά προσθέτει νέους νεκρούς το 2026. Θα ήταν αριστούργημα ηθικής «ευλυγισίας», αν δεν ήταν τόσο αιματηρό.
Η νίκη επί του ναζισμού ανήκει στους λαούς που πολέμησαν, όχι στο σημερινό καθεστώς που τη μετατρέπει σε «δικαίωμα» εισβολής. Ανήκει στους στρατιώτες, στους πολίτες, στους νεκρούς, στους πεινασμένους, στους πολιορκημένους, στους ανθρώπους που πλήρωσαν με αίμα την ήττα του Χίτλερ. Δεν ανήκει σε κανέναν Πρόεδρο που τη χρησιμοποιεί ως σκηνικό για να κρύψει τη δική του επιθετικότητα.
Η μνήμη θέλει σεβασμό, η προπαγάνδα θέλει πειθαρχία και η Ρωσία του Πούτιν, δυστυχώς, έχει επιλέξει το δεύτερο.

























