Του Πατριάρχη
Υπάρχουν στιγμές που μια υπόθεση δεν χρειάζεται άλλες αποδείξεις για να επιβεβαιωθεί ή να καταρρεύσει. Στην περίπτωση της «Σάντη», απλώς το τερματίσαμε και πρέπει να τελειώνουμε με την κωμωδία. Και αυτό όχι γιατί εξαντλήθηκαν τα επιχειρήματα, αλλά γιατί κατέρρευσε το ίδιο το οικοδόμημα που τα φιλοξενούσε. Η ιστορία της «Σάντυ» έχει φτάσει ακριβώς σε αυτό το σημείο.
Όσο περισσότερο διαβάζει κανείς τα επίμαχα μηνύματα, τόσο πιο καθαρά διακρίνει ένα κοινό νήμα που δεν αφορά την πλοκή, αλλά τον συγγραφέα. Η επαναλαμβανόμενη χρήση της προσφώνησης «επιστήθιε φίλε» σε μηνύματα που αποδίδονται σε διαφορετικά πρόσωπα δεν είναι απλώς μια ατυχής σύμπτωση. Είναι η στιγμή που η αφήγηση προδίδει τον εαυτό της. Δύο άνθρωποι, (Γιώργος Σαββιδης – Δημήτρης Παπαδάκης) σε διαφορετικές περιστάσεις, να επιλέγουν την ίδια, σπάνια και σχεδόν θεατρική διατύπωση για το ίδιο πρόσωπο; Αυτό δεν αντέχει σε στοιχειώδη λογική εξήγηση. Δείχνει ένα ενιαίο ύφος, μια ενιαία γραφή, έναν κοινό μηχανισμό παραγωγής περιεχομένου.
Και ενώ το γλωσσικό αποτύπωμα ήδη δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες, έρχονται τα πραγματικά δεδομένα να διαλύσουν ότι είχε απομείνει. Ο ιατροδικαστής δεν εντόπισε κανένα τραύμα, παλαιό ή πρόσφατο, από αιχμηρό αντικείμενο. Η δήθεν επίθεση με μαχαίρι, που παρουσιάστηκε ως κρίσιμο στοιχείο, απουσιάζει από την πραγματικότητα. Όταν ένα γεγονός τέτοιας βαρύτητας δεν επιβεβαιώνεται, δεν μιλάμε για κενό, αλλά μιλάμε για απάτη πρώτου μεγέθους.
Η εικόνα συμπληρώνεται από τα υπόλοιπα στοιχεία που έχουν κάνει το αρχικό αφήγημα, πουλόβερ που ξηλώνεται. Η φωτογραφία του «τραυματισμού» που προβλήθηκε ως απόδειξη αποδείχθηκε ψεύτικη, ενώ και ο γραφικός χαρακτήρας στον φάκελο που έγραφε «Σάντη 250.000 από Μιχάλη», δεν ανήκει στον δικαστή που στοχοποιήθηκε. Κάθε κομμάτι που υποτίθεται ότι ενίσχυε την ιστορία, αφαιρεί τελικά από την αξιοπιστία της και το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια περίεργη υπόθεση, αλλά ένα φιάσκο.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι η ίδια η κατασκευή. Είναι η ευκολία με την οποία βρήκε πρόθυμους υποστηρικτές. Άνθρωποι που θα έπρεπε να λειτουργούν ως φίλτρα, επέλεξαν να λειτουργήσουν ως ενισχυτές. Υιοθέτησαν μια ιστορία με εμφανή κενά, χωρίς τον στοιχειώδη έλεγχο. Και όταν άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες ρωγμές, αντί να αναδιπλωθούν, επέμειναν, όχι για την αλήθεια, αλλά για να μην διαψευστεί το αφήγημά τους.
Κάπου εδώ, η επιμονή παύει να είναι στάση και μετατρέπεται σε ευθύνη, γιατί κάθε επιπλέον ημέρα που αυτή η ιστορία παραμένει στο προσκήνιο, δεν προσθέτει τίποτα ουσιαστικό. Αντιθέτως, συνεχίζει να τραυματίζει ανθρώπους, να εκθέτει θεσμούς και να υπονομεύει την εμπιστοσύνη σε οτιδήποτε πραγματικά χρειάζεται διερεύνηση.
Η δημόσια ζωή δεν αντέχει τέτοιες πολυτέλειες και δεν μπορεί κάθε κατασκευή να μετατρέπεται σε υπόθεση πρώτης γραμμής, ούτε κάθε ατεκμηρίωτη αφήγηση να διεκδικεί χώρο ως πιθανή αλήθεια. Υπάρχει ένα όριο, και αυτό το όριο έχει ήδη ξεπεραστεί.
Η αυλαία έπρεπε να είχε πέσει νωρίτερα. Τώρα απλώς καθυστερεί και όσο καθυστερεί, τόσο μεγαλώνει η ζημιά.

























