Η κοινή λογική έχει πλέον αυτοκτονήσει

Του Πατριάρχη

Το νέο επεισόδιο της Σαντιάδας είναι το ηχητικό που λέγεται πως εστάλη από τη Γερμανία. Για το συγκεκριμένο θέμα υπάρχει ένα απλό ζήτημα κοινής λογικής. Όταν κάποιος θέλει να στείλει ένα ηχητικό μήνυμα, για να ακούγεται καθαρά, επιλέγει συνήθως ένα ήσυχο σημείο όπου κι αν βρίσκεται. Στα αεροδρόμια από ότι γνωρίζουμε δεν παίζουν στις τηλεοράσεις ντοκιμαντέρ για την Βενεζουέλα ενώ στα σπίτι συνήθως υπάρχει μια μικρή συσκευή που λέγεται τηλεχειριστήριο και μπορεί να χαμηλώσει ή να κλείσει τον ήχο της τηλεόρασης. Ενίοτε υπάρχει και η επιλογή της πόρτας που σε οδηγεί σε ένα ήσυχο σημείο για να ηχογραφήσεις ένα μήνυμα. Πρωτότυπο ε;

Δεν συνηθίζεται να αφήνεις στο βάθος, ήχους που δυσκολεύουν την ακρόαση. Αν κάποια επιλέγει να στείλει τη φωνή της με γερμανική υπόκρουση, τότε προφανώς θέλει να περάσει και ένα δεύτερο μήνυμα. Θέλει να δείξει και να πείσει ότι βρίσκεται όντως στη Γερμανία.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο τεχνικό. Δεν αφορά μόνο το πότε στάλθηκε ή πότε δημιουργήθηκε το ηχητικό. Αφορά και τον σκοπό. Γιατί να στηθεί έτσι ένα ηχητικό μήνυμα; Γιατί να δοθεί τόση έμφαση στον ήχο του περιβάλλοντος; Η πιο λογική απάντηση είναι ότι επιχειρήθηκε να ενισχυθεί η εικόνα παρουσίας στη Γερμανία.

Αλλά γιατί να μένει ο δημόσιος καυγάς κολλημένος στο ηχητικό, όταν υπάρχουν άλλα στοιχεία που δείχνουν πολύ καθαρότερα τι συνέβαινε εκείνη την περίοδο; Υπάρχουν δεδομένα από το ΓεΣΥ και από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις που όπως έχει δημοσιοποιηθεί, δείχνουν παρουσία στην Κύπρο. Υπάρχουν επίσης στοιχεία από το σχολείο του μοναδικού παιδιού της «Σάντυς», τα οποία δείχνουν ότι δεν βρισκόταν στη Γερμανία. Υπάρχει και η ίδια η μαρτυρία της.

Άρα το θέμα δεν είναι να ψάχνουμε κάθε φορά το επόμενο ηχητικό, το επόμενο μήνυμα ή το επόμενο στιγμιότυπο οθόνης. Το ζήτημα είναι να αξιολογούνται τα πραγματικά δεδομένα.

Σχεδόν ένα μήνα η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα μηνύματα της «Σάντυς», λες και πρόκειται για ιστορία που στηρίζεται ακόμη σε σοβαρό υπόβαθρο. Την ίδια ώρα, όσα έχουν βγει στη δημοσιότητα γέρνουν την πλάστιγγα όλο και περισσότερο στην κατεύθυνση υπόθεσης μεγάλης απάτης. Ψεύτικες εικόνες, αντιφάσεις, ασυμβατότητες και στοιχεία που δεν στέκουν στον στοιχειώδη έλεγχο και στη κοινή λογική, αλλά είναι αρκετά για θεωρίες συνωμοσίας. Σε μια κανονική χώρα, όταν συσσωρεύονται τέτοια δεδομένα, η συζήτηση αλλάζει κατεύθυνση και αλλάζει και η κασέτα.
Είναι δυνατόν δικηγόρος με σώας τα φρένας να γράφει σε μήνυμα που στέλνει σε δικαστή, «μετά την δίκη παρωδία…»;

Ο Μακάριος Δρουσιώτης προφανώς υπήρξε θύμα παραπληροφόρησης αυτής της ιστορίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δικαιούται να επιμένει σε σενάρια περί συγκάλυψης ενός δήθεν μεγάλου σκανδάλου, όταν τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν αλλού. Μπορεί να το κάνει από δημοσιογραφικό εγωϊσμό γιατί η αποδοχή της εξαπάτησης, καταρρίπτει το αφήγημα της ενδελεχούς έρευνας τριών χρόνων. Το να πέσεις θύμα εξαπάτησης είναι ανθρώπινο. Το να αρνείσαι να δεις ότι εξαπατήθηκες, όταν τα δεδομένα σε διαψεύδουν, είναι άλλο πράγμα.

Κάποια στιγμή το κράτος οφείλει να σοβαρευτεί. Δεν μπορεί να άγεται και να φέρεται από αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε να συμπεριφέρεται σαν να το σέρνει από τη μύτη κάθε νέο «εύρημα» της Σαντιάδας. Οι θεσμοί δεν μπορούν να λειτουργούν με όρους διαδικτυακής παρέας. Οφείλουν να στηρίζονται σε έγγραφα, σε καταγραφές, σε διασταυρωμένα στοιχεία και σε μαρτυρίες που ελέγχονται.
Ορθώς ενεπλάκη η Europol και το FBI, αλλά αυτό δεν λύνει το πρόβλημα. Τι θα γίνει αν σε μια νέα περίπτωση, αμφισβητήσει κάποιος άλλος την επάρκεια και την αμεροληψία των κυπριακών αρχών; Θα κουβαλάμε Αμερικανούς, Ιταλούς, Γάλλους και Ισπανούς για να ερευνήσουν την κάθε φαντασίωση;