Από τον ΕΚΑΣ στον Κάπτεν Νέμο και στη μόνιμη έλλειψη σοβαρότητας

Του Πατριάρχη

Η πρόσφατη αναστάτωση με τους ισχυρισμούς της λεγόμενης «Σάντη», φέρνει στη μνήμη των παλαιότερων ένα παλιό και καθόλου τιμητικό κυπριακό ελάττωμα. Το κράτος έχει συχνά μια παράξενη ευκολία να αιωρείται ανάμεσα σε δύο άκρα. Είτε κάνει πως δεν ακούει όταν πρέπει να ερευνήσει σοβαρά κάτι, είτε χάνει την ψυχραιμία του και φουσκώνει ιστορίες πριν εξακριβώσει αν έχουν βάση. Αυτό το έργο δεν το βλέπουμε πρώτη φορά. Το είδαμε ξανά και ξανά. Δύο από τις πιο χαρακτηριστικές παραστάσεις του, ήταν ο ΕΚΑΣ και ο Κάπτεν Νέμο.

Στην υπόθεση του ΕΚΑΣ, επί Γλαύκου Κληρίδη, το κράτος έδειξε να πιστεύει ότι είχε απέναντί του μια παραστρατιωτική οργάνωση με εθνικοαπελευθερωτικό μανδύα, διασυνδέσεις, οπλισμό, σχέδια, εκβιασμούς και σκοτεινή δράση. Η ιστορία πήρε διαστάσεις σχεδόν υπαρξιακής απειλής, έγιναν δημόσιες ανακοινώσεις, στήθηκε σκηνικό συναγερμού, ακούστηκαν βαριές κουβέντες και κυκλοφόρησαν τρομακτικά σενάρια. Και στο τέλος τι έμεινε; Ένα φιάσκο με έναν απατεώνα. Έμεινε η εντύπωση ότι το κράτος κυνηγούσε μια σκιά και όταν κατάλαβε ότι έτρεχε πίσω από μια φούσκα, αποφάσισε να μην πάει καν στο Δικαστήριο για να διασώσει όποια σοβαρότητα είχε απομείνει.

Ακόμα πιο χαρακτηριστική ήταν η υπόθεση του Κάπτεν Νέμο επί Σπύρου Κυπριανού. Εκεί το πράγμα έφτασε σε επίπεδα σχεδόν σουρεαλισμού. Ένας τύπος εμφανίστηκε να απειλεί με δηλητηριώδη αέρια στη Λευκωσία, ζητούσε τεράστια ποσά και πουλούσε μαζί και την «τεχνογνωσία» για να σωθεί το κράτος από τον κίνδυνο που ο ίδιος επικαλείτο. Κι όμως, αντί να αντιμετωπιστεί από την πρώτη στιγμή με την καχυποψία που αξίζει σε κάθε τέτοια υπόθεση, το κράτος μπήκε σε τροχιά πανικού. Κινήθηκαν υπηρεσίες, ελήφθησαν μέτρα, δόθηκε κρατική βαρύτητα σε έναν εκβιασμό που τελικά περισσότερο έμοιαζε με κακό σενάριο φθηνής περιπέτειας παρά με πραγματική επιχείρηση χημικού πολέμου. Ο «Κάπτεν Νέμο» δεν έμεινε στην ιστορία ως δαιμόνιος εγκέφαλος, αλλά ως μνημείο της κρατικής αφέλειας.

Αυτές οι δύο ιστορίες δεν είναι ίδιες στις λεπτομέρειες. Είναι όμως ίδιες στον πυρήνα τους. Αποκαλύπτουν ένα κράτος που δεν έχει σταθερό μηχανισμό ψύχραιμης αξιολόγησης. Ένα κράτος που είτε καταπίνει εύκολα το δόλωμα είτε το πετά ολόκληρο στα σκυλιά της δημοσιότητας χωρίς να έχει κάνει την αναγκαία δουλειά. Και όταν αποδεικνύεται ότι η ιστορία είχε περισσότερη θεατρικότητα από ουσία, κανείς δεν πληρώνει πραγματικά το κόστος της γελοιοποίησης. Στην Κύπρο το κράτος σπάνια λέει «κάναμε λάθος». Προτιμά να σφυρίζει αδιάφορα μέχρι να έρθει το επόμενο επεισόδιο.

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα και όχι μόνο το περιεχόμενο κάθε μεμονωμένης υπόθεσης. Το πρόβλημα είναι η νοοτροπία. Αντί για σοβαρή διερεύνηση, έχουμε συχνά είτε αλαζονική βεβαιότητα είτε παιδικό εντυπωσιασμό. Αντί για μέτρο, έχουμε υπερβολή. Αντί για θεσμική πειθαρχία, έχουμε σπασμωδικές κινήσεις. Και μέσα σε όλα αυτά, το κράτος ζητά μετά από τους πολίτες να το εμπιστεύονται. Με τι ακριβώς εχέγγυα; Με το ιστορικό του ΕΚΑΣ ή με το κατόρθωμα του Κάπτεν Νέμο;
Η μικρή αναφορά στη σημερινή υπόθεση με τη «Σάντη» αρκεί μόνο ως υπενθύμιση. Όχι γιατί είναι ίδια περίπτωση. Αλλά γιατί ξυπνά την ίδια ανησυχία. Μπορεί άραγε αυτό το κράτος να ξεχωρίσει έγκαιρα τι χρειάζεται σοβαρή, ανεξάρτητη και πειθαρχημένη έρευνα και τι χρειάζεται απόσταση, ψυχραιμία και έλεγχο πριν ανοίξουν στόματα και μικρόφωνα; Η ιστορία λέει πως όχι πάντα. Και αυτό ακριβώς γεννά δυσπιστία.