Η ισορροπία Ερντογάν σε δυο και τρεις βάρκες δεν του βγήκε

Του Πατριάρχη

Η Τουρκία περνά αυτές τις μέρες ένα από εκείνα τα επεισόδια γεωπολιτικής «σιωπής» που, αν κάποιος παρακολουθεί για χρόνια την στάση της στο διεθνές περιβάλλον, αντιλαμβάνεται ότι μόνο σιωπή δεν είναι. Είναι αμηχανία και υπολογισμός.

Όταν Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ χτυπούν το Ιράν και η περιοχή φλέγεται, η Άγκυρα θα περίμενε κανείς να βγει μπροστά με τον γνωστό ύφος του δερβέναγα και τη υπαγόρευσης «κόκκινων γραμμών», για να προειδοποιήσει, να απειλήσει να θέσει όρους κλπ. Σε ποιους όμως να το κάνει; Στον Ντόναλντ Τραμπ;
Αντί του τσαμπουκά, περιορίστηκε σε καταδίκη της «παραβίασης του διεθνούς δικαίου» και σε μια ρητορική περί «επιστροφής στη διπλωματία» και διαμεσολάβησης. Δεν είναι και λίγο ότι ακόμη και ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, μιλά κυρίως για επαφές με όλους και για την ανάγκη αποκλιμάκωσης, αντί για κάποια «απάντηση».
Αυτή η στάση δεν προέκυψε από κάποιο ξαφνικό ενδιαφέρον της Τουρκίας για τη διεθνή νομιμότητα γιατί θα ήταν και αστείο. Προέκυψε από το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται. Για χρόνια η Άγκυρα διατηρούσε έναν κυνικό, αλλά βολικό, διπλό ρόλο.

Στο ΝΑΤΟ και την ίδια ώρα με ανοιχτές πόρτες (και αγκάλες) στην Τεχεράνη, με πολιτική ανοχή προς τους διάφορους «αντιστασιακούς» της περιοχής (Χαμάς, Χεζμπολάχ κλπ), και με την πάγια εμμονή να θεωρεί κάθε αντιπαλότητα προς το Ισραήλ ως δικό της στρατηγικό κεφάλαιο. Μόνο που τώρα ήρθε ο λογαριασμός (όχι αυτός της λαϊκής αοιδού Κατερίνας Λιόλιου).

Αν στηρίξει φανερά την Τεχεράνη, συγκρούεται μετωπικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους Ευρωπαίους, ενώ οικονομικά εξαρτάται από τη σταθερότητα, το εμπόριο και την ενέργεια. Αν τηρήσει αποστάσεις, προδίδει το αφήγημα που πουλάει στο εσωτερικό της. Έτσι καταλήγει στη μόνη επιλογή που είναι η γενικόλογη αγανάκτηση, τα τηλεφωνήματα, η «έντονη διπλωματία» και τα προσεκτικά βήματα σε τεντωμένο σκοινί.

Την ίδια ώρα, Αθήνα και Λευκωσία, έχουν μπροστά του χειροπιαστά αποτελέσματα της πολιτικής τους. Σε ώρα κρίσης οι σύμμαχοι δεν έστειλαν ευχές, αλλά ακολούθησαν την Ελλάδα και δήλωσαν το παρόν τους με πλοία και αεροσκάφη στη Κύπρο. Μετά το πλήγμα με μη επανδρωμένο αεροσκάφος στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Ελλάδα κινήθηκαν με μέσα αεράμυνας, πλοία και αεροσκάφη, ακριβώς επειδή η Κύπρος είναι κρίσιμη υποδομή της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Βεβαίως η Ελλάδα έχει πολύ περισσότερους λόγους και πολύ μεγαλύτερες υποχρεώσεις που δεν είναι συμβατικές ή έστω στενά συμφεροντολογικές. Η Γαλλία ανακοίνωσε αποστολή αντιπυραυλικών συστημάτων και φρεγάτας και ταυτόχρονα ενισχύει συνολικά την παρουσία της στην περιοχή, με το αεροπλανοφόρο «Charles De Gaulle» να πλέει στην ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα έστειλε μαχητικά αεροσκάφη τύπου F-16 και δύο υπερσύγχρονες φρεγάτες προς ενίσχυση της Κύπρου.

Και εδώ είναι το πραγματικό κέρδος Αθήνας και Λευκωσίας. Αποδεικνύεται στην πράξη ποιος έχει πλέγμα συμμαχιών και ποιος έχει πλέγμα προσχημάτων. Η Τουρκία, που συνήθως μοιράζει απειλές, τώρα μετρά τις λέξεις της, όχι γιατί δεν ενδιαφέρεται αλλά γιατί ξέρει ότι, μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, δεν μπορεί να πάρει καθαρή θέση χωρίς να πληρώσει κόστος.

Αντίθετα, Ελλάδα και Κύπρος πληρώνουν χρόνια την επιλογή τους να ανήκουν καθαρά στη Δύση, αλλά στις κρίσιμες ώρες εισπράττουν και το αντίστοιχο μέρισμα συμπαράστασης και ισχύος. Όχι βεβαίως από ρομαντισμό, αλλά από συμφέρον των συμμάχων. Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί όσους μεγάλωσαν με τα παραμύθια της «πολυδιάστατης» ουδετερότητας, είναι το μόνο νόμισμα που κυκλοφορεί σε αυτή τη γειτονιά.

Το παιχνίδι των ισορροπιών που επιχείρησε ο Ερντογάν, πατώντας σε δύο και τρεις βάρκες ταυτόχρονα, φαίνεται να φτάνει στα όριά του. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η αποδυνάμωση του Ιράν αφαιρεί ένα σημαντικό έρεισμα που χρησιμοποιούσε για να εκβιάζει τη Δύση. Την ίδια ώρα, η πλήρης αδυναμία της να αντιδράσει στην παρουσία ελληνικών φρεγατών και μαχητικών αεροσκαφών στην περιοχή, αποτελεί το πιο ηχηρό ράπισμα στην περιβόητη «Γαλάζια Πατρίδα». Η παρουσία των ελληνικών αεροναυτικών δυνάμεων έδειξε στην πράξη τι σημαίνει αποτροπή, χωρίς να χρειαστούν κορώνες και ρητορικοί ακροβατισμοί.