H Αρχή κατά της Διαφθοράς εξέδωσε λεπτομερή ανακοίνωση για την απόφασή της σε σχέση με την έρευνα που διενήργησε εναντίον του τέως προέδρου της ΕΔΕΚ και βουλευτή, Μαρίνου Σιζόπουλου έπειτα από καταγγελία του πρώην βουλευτή Γιώργου Βαρνάβα.
Η υπόθεση αφορά την Taxan Properties Developers Limited, εταιρεία συμφερόντων του κυρίου Σιζόπουλου, με την καταγγελία να γίνεται στην Αρχή το Μάρτιο του 2023. Ιρακινός επενδυτής που πολιτογραφήθηκε Κύπριος είχε αγοράσει μετοχές της εν λόγω επιχειρηματικής οντότητας ώστε να αποπληρωθεί μη εξυπηρετούμε δάνειο της εταιρείας.
Στην ανακοίνωση καταγράφονται και τα ευρήματα της έρευνας, με βάση τα οποία η Αρχή κατά της Διαφθοράς θα παραπέμψει το πόρισμα της στον Γενικό Εισαγγελέα για τις δικές του ενέργειες.
Όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων,στην έκθεσημε βάση την τεκμηριωμένη θέση των Λειτουργών Επιθεώρησης, τα αδικήματα που διαπράχθηκαν «εκ φύσεως συνιστούν πράξεις διαφθοράς» καθώς α) εμπεριέχουν τα στοιχεία του δόλου, της παραπλάνησης και του ιδιοτελούς σκοπούς, β) προκάλεσαν περιουσιακή ζημία σε τρίτο πρόσωπο, γ) παραβίασαν τους κανόνες διαφάνειας και χρηστής συναλλαγής, και δ) τελέστηκαν με σκοπό το αθέμιτο οικονομικό όφελος. Κατά την θέση των Λειτουργών Επιθεώρησης, ο συντονισμένος δόλος συγκροτεί κατάχρηση εμπιστοσύνης, η οποία εντάσσεται, εκ φύσεως στην έννοια της διαφθοράς, κατά τα διεθνώς αποδεκτά πρότυπα.
Όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή της την Παρασκευή, διαπιστώνεται η ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων διαφθοράς από τον Καταγγελλόμενο και, ως εκ τούτου, η Αρχή, έχει υποβάλει την Έκθεση των Λειτουργών Επιθεώρησης, και όλα τα σχετικά έγγραφα, προς τον Γενικό Εισαγγελέα για τις δικές του ενέργειες.
Σημειώνεται ότι η καταγγελία υποβλήθηκε από τον Γιώργο Βαρνάβα, πρώην βουλευτή του πολιτικού κόμματος της ΕΔΕΚ εναντίον του Μαρίνου Σιζόπουλου, βουλευτή και πρώην Προέδρου της ΕΔΕΚ, και άλλων προσώπων.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ανακοίνωση, η υπόθεση αφορά στην πώληση ακινήτου από τους τέσσερις μετόχους εταιρείας ανάπτυξης γης (ΤΑΧΑΝ), ένας εκ των οποίων ήταν ο κ. Σιζόπουλος, σε αλλοδαπό επενδυτή και στην παρουσία δυο αγοραπωλητήριων εγγράφων, το ένα για το ποσό των €2.025.000 το οποίο χρησιμοποιήθηκε στην υποβολή της αίτησης προς το Υπουργείο Εσωτερικών για την εξασφάλιση κυπριακού διαβατηρίου από τον αλλοδαπό επενδυτή, και το άλλο για το ποσό των €1.600.000, το οποίο δόθηκε στην Τράπεζα για σκοπούς απομείωσης του χρέους της ΤΑΧΑΝ προς την Τράπεζα.
Στη βάση μαρτυρίας, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης διαπίστωσαν, μεταξύ άλλων, ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις οι οποίες καταδεικνύουν ότι η υπογραφή του αλλοδαπού επενδυτή στο συμβόλαιο το οποίο δόθηκε στην Τράπεζα, «είχε πλαστογραφηθεί» και ότι η χρήση του εν λόγω συμβολαίου «έγινε με σκοπό την παραπλάνηση τρίτου (ήτοι της Τράπεζας) και την απόκτηση κέρδους – οικονομικού οφέλους (έκπτωση 37% στο ποσό του δανείου και τη διαγραφή τους από εγγυητές του δανείου)».
Αναφέρεται ότι οι Λειτουργοί Επιθεώρησης διαπίστωσαν ενδεχόμενη παράβαση του Άρθρων 300 του Ποινικού Κώδικα, που αφορά σε Απάτη, 331 και 333, Πλαστογραφία και καταρτισμός πλαστού εγγράφου, 339, Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, και 302, Συνωμοσία για καταδολίευση.
«Με βάση την τεκμηριωμένη θέση των Λειτουργών Επιθεώρησης, τα πιο πάνω αδικήματα «εκ φύσεως συνιστούν πράξεις διαφθοράς» καθώς α) εμπεριέχουν τα στοιχεία του δόλου, της παραπλάνησης και του ιδιοτελούς σκοπούς, β) προκάλεσαν περιουσιακή ζημία σε τρίτο πρόσωπο, γ) παραβίασαν τους κανόνες διαφάνειας και χρηστής συναλλαγής, και δ) τελέστηκαν με σκοπό το αθέμιτο οικονομικό όφελος», σημειώνεται.
«Κατά τη θέση των Λειτουργών Επιθεώρησης, ο συντονισμένος δόλος συγκροτεί κατάχρηση εμπιστοσύνης, η οποία εντάσσεται, εκ φύσεως στην έννοια της διαφθοράς, κατά τα διεθνώς αποδεκτά πρότυπα», αναφέρει η Αρχή.
«Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το μαρτυρικό υλικό, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης διαπίστωσαν την ενδεχόμενη διάπραξη από τον Καταγγελλόμενο των ως άνω αναφερόμενων αδικημάτων τα οποία με βάση τα χαρακτηριστικά της παρούσας υπόθεσης, δυνατόν να συνιστούν εκ φύσεως πράξεις διαφθοράς, όπως αυτές ορίζονται στο Άρθρο 2 του Ν.19(Ι)/2022», αναφέρεται.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται, από την Έρευνα, διαπιστώθηκε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι μέτοχοι της εταιρείας TAXAN PROPERTIES DEVELOPERS LTD ήταν τέσσερις εταιρείες, κάθε μία εκ των οποίων κατείχε 250 μετοχές και ότι ο καταγγελλόμενος (κ. Σιζόπουλος) ήταν Διευθυντής στην εταιρεία ΙΩ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ, η οποία αποτελούσε μία εκ των τεσσάρων εταιρειών – μετόχων της εταιρείας TAXAN.
Επίσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο καταγγελλόμενος ήταν ένας εκ των εγγυητών σε μη εξυπηρετούμενο δάνειο της ΤΑΧΑΝ, το οποίο εξασφαλίστηκε από κυπριακή Τράπεζα, αναφέρεται.
Σημειώνεται ότι η Τράπεζα καταχώρισε αγωγή εναντίον της ΤΑΧΑΝ και των εγγυητών, αξιώνοντας την καταβολή του οφειλόμενου χρηματικού ποσού. «Προς διευθέτηση των δανειακών υποχρεώσεων της ΤΑΧΑΝ, ο Καταγγελλόμενος προέβη σε διαβουλεύσεις με την Τράπεζα, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να συμφωνηθεί ότι στην περίπτωση που καταβαλλόταν προς την Τράπεζα το ποσό των €1.625.000, η Τράπεζα θα προέβαινε στη διαγραφή του ποσού των €956.900, θα διέγραφε τις προσωπικές εγγυήσεις και θα προέβαινε στην εξάλειψη των υποθηκών», αναφέρεται.
Ένας αξιωματούχος εκ των εταιρειών – μετόχων της ΤΑΧΑΝ εξηύρε αλλοδαπό επενδυτή, ο οποίος προέβη στην αγορά όλων των μετοχών της ΤΑΧΑΝ στο ποσό των €2.025.000, προστίθεται, ενώ, όπως αναφέρεται, από τη μαρτυρία δεν προκύπτει ότι ο καταγγελλόμενος γνώριζε τον αλλοδαπό επενδυτή.
«Από τη μαρτυρία προέκυψε ότι σκοπός του αλλοδαπού επενδυτή ήταν να προβεί στην ως άνω επένδυση, ήτοι στην αγορά των μετοχών της ΤΑΧΑΝ, για την κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση του ως πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα πλαίσια του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος των Κατ’ Εξαίρεση Πολιτογραφήσεων Αλλοδαπών Επιχειρηματιών και Επενδυτών», σημειώνεται.
Στη βάση μαρτυρίας, αναφέρεται στην ανακοίνωση, διαφάνηκε ότι υποβλήθηκαν δύο αγοραπωλητήρια έγγραφα των μετοχών της ΤΑΧΑΝ, το ένα με ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 2017 για το ποσό των €2.025.000 το οποίο χρησιμοποιήθηκε στην υποβολή της αίτησης προς το Υπουργείο Εσωτερικών για την εξασφάλιση του κυπριακού διαβατηρίου από τον αλλοδαπό επενδυτή, και το άλλο με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου 2017, για το ποσό των €1.600.000, το οποίο δόθηκε στην Τράπεζα για σκοπούς απομείωσης του χρέους της ΤΑΧΑΝ προς την Τράπεζα.
Σημειώνεται ακόμη ότι, το Τμήμα Φορολογίας, όταν διαπίστωσε, στη βάση χαρτοσημασμένου αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 4 Οκτωβρίου 2017, ότι η τιμή πώλησης των μετοχών της ΤΑΧΑΝ ήταν €2.025.000, αξίωσε από τις τρεις εκ των τεσσάρων εταιρειών – μετόχων της ΤΑΧΑΝ την καταβολή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών. Η εταιρεία – μέτοχος, ΙΩ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ, καθώς και ακόμη μία εταιρεία – μέτοχος, υπέβαλαν ένσταση στην καταβολή του αναφερόμενου από το Τμήμα Φορολογίας ποσού, υποδεικνύοντας ότι η τιμή πώλησης των μετοχών ήταν €1.600.000, προστίθεται.
Επιπλέον, αναφέρεται, ο καταγγελλόμενος και δύο ακόμη αξιωματούχοι των εταιρειών-μετόχων της ΤΑΧΑΝ, προέβησαν σε γραπτή καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον άλλου αξιωματούχου εταιρείας-μετόχου της ΤΑΧΑΝ, προβάλλοντας τη θέση ότι δεν γνώριζαν για την ύπαρξη του συμβολαίου ημερομηνίας 4 Οκτωβρίου 2017.
Εν τω μεταξύ, η Τράπεζα προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία για τον λόγο ότι είχε εξαπατηθεί καθώς εάν γνώριζε ότι οι μετοχές της ΤΑΧΑΝ πωλήθηκαν έναντι του ποσού των €2.025.000, δεν θα προέβαινε στη διαγραφή του ποσού των €956.900, αναφέρεται.
«Ο αξιωματούχος της εταιρείας-μετόχου της ΤΑΧΑΝ, ο οποίος καταγγέλθηκε στην Αστυνομία, παραδέχθηκε στην τελευταία την εμπλοκή του στην υπόθεση, κατονομάζοντας ως εμπλεκόμενους στην υπόθεση και τα πρόσωπα τα οποία τον κατήγγειλαν στην Αστυνομία, περιλαμβανομένου και του Καταγγελλόμενου», αναφέρεται.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης, από την ενώπιον τους μαρτυρία, «κατέληξαν, στη βάση του βαθμού απόδειξης που εφαρμόζει η Αρχή, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που καταδεικνύουν ότι ο Καταγγελλόμενος γνώριζε το πραγματικό τίμημα πώλησης των μετοχών της ΤΑΧΑΝ και την ύπαρξη του συμβολαίου ημερομηνίας 4/10/2017». Συγκεκριμένα, ενώπιον των Λειτουργών Επιθεώρησης, μεταξύ άλλων, προσκομίστηκε έγγραφο το οποίο υπέγραψε ο Καταγγελλόμενος, «το οποίο παραπέμπει ρητά» στο συμβόλαιο της 4 Οκτωβρίου 2017, το οποίο εμπεριείχε το αληθές τίμημα πώλησης των μετοχών της ΤΑΧΑΝ, προστίθεται.
«Συνεπώς, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης κατέληξαν, στη βάση του βαθμού απόδειξης που εφαρμόζει η Αρχή, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις οι οποίες συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι ο Καταγγελλόμενος και άλλοι τρεις αξιωματούχοι εταιρειών – μετόχων της ΤΑΧΑΝ υπέγραψαν και υπέβαλαν σε Τράπεζα συμβόλαιο πώλησης των μετοχών της εταιρείας TAXAN, ημερομηνίας 17/10/2017, με ψευδές τίμημα (€1.600.000), αποκρύπτοντας το πραγματικό τίμημα (€2.025.000), το οποίο είχε καταγραφεί σε προγενέστερο συμβόλαιο ημερομηνίας 4/10/2017 (υπογράφτηκε δυνάμει πληρεξουσίου από έναν εκ των αξιωματούχων εταιρείας –μετόχου της ΤΑΧΑΝ εκ μέρους όλων των μετόχων της ΤΑΧΑΝ)», σημειώνεται.
Στη βάση μαρτυρίας, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης διαπίστωσαν ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις «οι οποίες καταδεικνύουν ότι η υπογραφή του αλλοδαπού επενδυτή στο συμβόλαιο ημερομηνίας 17/10/2017, είχε πλαστογραφηθεί», προστίθεται.
Σύμφωνα με την κατάληξη των Λειτουργών Επιθεώρησης, αναφέρεται στην ανακοίνωση, η χρήση του συμβολαίου ημερομηνίας 17 Οκτωβρίου 2017 «έγινε με σκοπό την παραπλάνηση τρίτου (ήτοι της Τράπεζας) και την απόκτηση κέρδους – οικονομικού οφέλους (έκπτωση 37% στο ποσό του δανείου και τη διαγραφή τους από εγγυητές του δανείου)».
Σημειώνεται ότι οι Λειτουργοί Επιθεώρησης απέρριψαν αρκετούς από τους ισχυρισμούς του Καταγγέλλοντος, μεταξύ άλλων ότι ο αλλοδαπός επενδυτής δεν πληρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο τις προϋποθέσεις του επενδυτικού σχεδίου για τη χορήγηση της κατ’ εξαίρεση πολιτογράφησης, ότι «υποσχέθηκαν» στον αλλοδαπό επενδυτή την έκδοση Κυπριακού διαβατηρίου, και ότι δόθηκαν οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία να μην προχωρήσει η διαδικασία άρσης της βουλευτικής ασυλίας του καταγγελλόμενου και να αρχειοθετηθεί ο φάκελος για τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Από τη μαρτυρία διαφάνηκε ότι ο αλλοδαπός επενδυτής πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για την κατ’ εξαίρεση πολιτογράφησή του, ενώ δεν προκύπτει ότι ο καταγγελλόμενος γνώριζε τον αλλοδαπό επενδυτή και ότι του υποσχέθηκε την εξασφάλιση κυπριακού διαβατηρίου, αναφέρεται. Για το τρίτο θέμα, αναφέρεται ότι μέρος του εν λόγω ισχυρισμού απορρίφθηκε από την Αρχή, από το στάδιο της Προκαταρκτικής Εξέτασης της Καταγγελίας, λόγω μη στοιχειοθέτησης, ενώ, κατά το στάδιο της Έρευνας, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης, κατέληξαν ότι το υπόλοιπο μέρος του ισχυρισμού παρέμεινε αίολο και ως εκ τούτου, απορρίφθηκε.
Η Αρχή αναφέρει ότι σε Συνεδρία της υιοθέτησε και ενέκρινε στην ολότητά της την Έκθεση.
«Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται η ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων διαφθοράς από τον Καταγγελλόμενο», αναφέρει.
«Ως εκ τούτου, η Αρχή, έχει υποβάλει την Έκθεση των Λειτουργών Επιθεώρησης, και όλα τα σχετικά έγγραφα, προς τον Γενικό Εισαγγελέα για τις δικές του ενέργειες, ως οι πρόνοιες του Ν.19(I)/2022», προσθέτει.
Η Αρχή σημειώνει ότι προβαίνει στις ως άνω ενέργειες «με πλήρη σεβασμό προς το τεκμήριο αθωότητας», και ως εκ τούτου, πέραν της παρούσας Ανακοίνωσης, κανένα Μέλος της Αρχής δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω δήλωση επί του θέματος.
Προκαλεί με άρση ασυλίας ο Βαρνάβα
Δικαιωμένος αισθάνεται ο πρωήν βουλευτής Γιώργος Βαρνάβα για το πόρισμα Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς στην καταγγελία εναντίον του Μαρίνου Σιζόπουλου. Την ίδια ώρα καλεί τη Γενική Εισαγγελία αυτή τη φορά να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων ενώ προκαλεί τον τέως Πρόεδρο της ΕΔΕΚ εάν αισθάνεται αθώος να ζητήσει άρση ασηλίας.
Μιλώντας στην εκπομπή «Μέρα Μεσημέρι», ο κύριος Βαρνάβα ανέφερε ότι αν ο κύριος Σιζοπουλος νιώθει πως δεν διέπραξε τα οποιαδήποτε αδικήματα τότε να ζητήσει την άρση της βουλευτικής του ασυλίας. «Ας δώσει το δικαίωμα στις ερευνητικές αρχές να προχωρήσουν την έρευνα και να επιβεβαιώσουν τα όσα λέει», ανέφερε.
Λίγο αργότερα εξέδωσε γραπτή δήλωση με στην οποία, αναφέρει μεταξύ άλλων, «Ο Μαρίνος Σιζόπουλος μέχρι σήμερα εκτός από αυτήν την υπόθεση και για πάρα πολλές άλλες είχε «μπάρμπα στην Κορώνη». Ελπίζω αυτός ο «μπάρμπας» να έχει πλέον «αποβιώσει» και αυτήν την φορά η Δικαιοσύνη να έχει τον πρώτο λόγο».
Στο μεταξύ νωρίτερα ο τέως Πρόεδρος της ΕΔΕΚ και βουλευτής Μαρίνος Σιζόπουλος απορρίπτει τα όσα του καταλογίζονται και επιφυλάσσεται να δώσει στη δημοσιότητα τεκμήρια που θα ανατρέπουν τα δεδομένα.
«Εξυπηρέτησε τα προσωπικά του συμφέροντα»
Συγκεκριμένα στη δήλωση του ο κύριος Βαρνάβα αναφέρει ότι η σημερινή ανακοίνωση του Πορίσματος της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς σε σχέση με την καταγγελία την οποία πρoέβηκα στις 28 Μαρτίου 2023 για το μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μαρίνο Σιζόπουλο, σχετικά με ανάμιξη του σε υπόθεση που αφορά στην ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων και την έκδοση “χρυσού διαβατηρίου” κατά τα έτη 2017 -2019 , συνάδει πλήρως με τα αισθήματα των πολιτών, οι οποίοι απαιτούν την αποκάλυψη των σκανδάλων και την πάταξη της διαφθοράς, όποιος και να εμπλέκεται σε αυτή, όποιο αξίωμα και να κατέχει.
«Η Ανεξάρτητή Αρχή κατά της Διαφθοράς είναι η Αρχή στην οποία ο Κυπριακός Λαός έχει εναποθέσει τις ελπίδες του. Αυτή μπορεί να κάνει την διαφορά και να δώσει ελπίδα στην κοινωνία, σε αντίθεση με άλλους θεσμούς οι οποίοι έχουν χάσει την αξιοπιστία τους και βρίσκονται στον πάτο της συνείδησης των πολιτών».
Η ανακοίνωση του σημερινού πορίσματος, σημειώνει ο κύριος Βαρνάβα, επιβεβαιώνει τα όσα είχα πολλές φορές αναφέρει δημόσια. «Ένας πολιτικός αρχηγός και μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων εκμεταλλευόμενος το αξίωμα που του εμπιστεύτηκε ο Λαός και τα μέλη του κόμματος του, εξυπηρέτησε τα προσωπικά του συμφέροντα την στιγμή που οι τράπεζες κατάσχουν την πρώτη κατοικία φτωχών συμπατριωτών μας, οι οποίοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους».
Επισημαίνει δε ότι η πάταξη της διαφθοράς είναι πλέον ισχυρή απαίτηση του λαού. «Εάν το 2020 ο νυν Γενικός Εισαγγελέας , το γιατί και για ποιόν λόγο ας το απαντήσει ο ίδιος, έδωσε εντολή ο φάκελος της συγκεκριμένης υπόθεσης να μπει στο Αρχείο της Αστυνομίας, αυτή την φορά τον παρακολουθεί ολόκληρος ο κυπριακός λαός, ο οποίος απαιτεί τον τελικό λόγο να τον έχει η Δικαιοσύνη».
Στη συνέχεια αναφέρει ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία δικαιολογία και κανένα δημόσιο συμφέρον αυτήν την φορά να ξαναμπεί η υπόθεση στο Αρχείο της αστυνομίας. «Αυτήν την φορά η Γενική Εισαγγελία ας σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Ο Μαρίνος Σιζόπουλος μέχρι σήμερα εκτός από αυτήν την υπόθεση και για πάρα πολλές άλλες είχε «μπάρμπα στην Κορώνη». Ελπίζω αυτός ο «μπάρμπας» να έχει πλέον «αποβιώσει» και αυτήν την φορά η Δικαιοσύνη να έχει τον πρώτο λόγο».
Ο κύριος Βαρνάβα υπογραμμίζει ότι οι πολίτες αυτού του τόπου έχουν μπουχτίσει με τις δημόσιες δηλώσεις Αξιωματούχων του Κράτους, Πολιτικών Αρχηγών και Θεσμών ότι τάσσονται κατά της διαφθοράς. «Ας τοποθετηθούν αυτήν την φορά και ας αποδείξουν ότι τα λόγια τους δεν είναι κούφια, αλλά έχουν ουσία! Ας περάσουν από τα λόγια στις πράξεις. Κάποιοι για παρόμοιου τύπου περιπτώσεις πριν μερικά χρόνια διοργάνωναν διαμαρτυρίες έξω από την Βουλή των Αντιπροσώπων. Ευελπιστώ ότι η τοποθέτηση τους σε αυτήν την περίπτωση θα είναι καυστική και απαιτητική από πλευράς τους, ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί στην Δικαιοσύνη και αυτή να αποφασίσει».
Ως πρώην πολιτειακός αξιωματούχος και άτομο το οποίο συνεχίζει να ενδιαφέρεται για την πολιτική ζωή αυτού του τόπου, αναφέρει, «δεν μπορώ να ανεχθώ την διαφθορά από όπου και να προέρχεται αυτή. Αυτό που μπορώ να διαβεβαιώσω είναι ότι θα συνεχίσω την πορεία την οποία είχα τόσα χρόνια και θα στέκομαι απέναντι στο διεφθαρμένο σύστημα και ιδιαίτερα στους διεφθαρμένους πολιτικούς, οι οποίοι κρατούν στα χέρια τους την τύχη των πολιτών αυτού του κράτους».
Θα μελετήσει το πόρισμα και θα απαντήσει με τεκμήρια, λέει ο Σιζόπουλος
Την πρόθεσή του, αφού λάβει επίσημα το πόρισμα της Αρχής να το μελετήσει με τους νομικούς του συμβούλους και, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό του να προχωρήσει σε δημοσιογραφική διάσκεψη, για να απαντήσει με κάθε λεπτομέρεια, παρουσιάζοντας τεκμήρια σε όλα τα ερωτήματα “τα οποία σκόπιμα ή όχι είδαν το φως της δημοσιότητας”, εξέφρασε ο τέως Πρόεδρος της ΕΔΕΚ, Βουλευτής, Μαρίνος Σιζόπουλος.
“Αναφορικά με το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς θα ήθελα να γνωστοποιήσω την πρόθεση- μου, αφού το παραλάβω επίσημα, ότι θα το μελετήσω με τους νομικούς- μου συμβούλους και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο- του, θα προχωρήσω σε δημοσιογραφική διάσκεψη για να απαντήσω με κάθε λεπτομέρεια παρουσιάζοντας τεκμήρια, σε όλα τα ερωτήματα τα οποία σκόπιμα ή όχι είδαν το φως της δημοσιότητας”, αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο κ. Σιζόπουλος.
“Και επιπρόσθετα κατά πόσο τόσο η εξέταση της υπόθεσης από την Αρχή, όσο και η δημοσιοποίηση στοιχείων ήταν εντός του πλαισίου της σχετικής νομοθεσίας”, σημειώνει.

























