Του Πατριάρχη
Η εγκληματικότητα στην Κύπρο δεν είναι κανένα περίεργο φυσικό φαινόμενο. Από την ίδρυση της Δημοκρατίας, αλλά προηγουμένως, η κοινωνία βιώνει φαινόμενα παρανομίας που άλλοτε υποχωρούν και άλλοτε θεριεύουν. Εκείνο που αλλάζει είναι οι ισορροπίες ανάμεσα σε ομάδες του οργανωμένου εγκλήματος. Σήμερα κερδίζει η μία, αύριο η άλλη. Η δολοφονία του Σταύρου Δημοσθένους στις 17 Οκτωβρίου και οι συλλήψεις που ακολούθησαν στην Κύπρο και την Ελλάδα, υπενθύμισαν με οδυνηρό τρόπο ότι δεν αρκούν οι περιστασιακές επιχειρήσεις αλλά χρειάζεται σταθερή, μεθοδική πολιτική που να κόβει τη ρίζα του παράνομου χρήματος και όχι απλώς τα κλαδιά της βίας.
Σε μια μικρή χώρα, οι δραστηριότητες όλων, λίγο πολύ είναι γνωστές. Ακόμα και αν δεν είναι, η οικονομική επιφάνεια προδίδει την αλήθεια. Υπάρχουν άνθρωποι που δηλώνουν πενιχρά εισοδήματα και εμφανίζονται με πολυτελή σπίτια, ακριβά αυτοκίνητα και δημόσια επίδειξη πλούτου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αντί να ξεκινούν αυτόματα στοχευμένοι φορολογικοί και χρηματοοικονομικοί έλεγχοι, συχνά τους βαφτίζουμε τους πάντες «γνωστούς επιχειρηματίες» και τους προσφέρουμε μια ακούσια ασπίδα κανονικοποίησης.
Επίσης βάζουμε στο ίδιο καλάθι ανθρώπους με σοβαρή επιχειρηματική δράση με άλλους, των οποίων η δραστηριότητα είναι τουλάχιστον σκοτεινή. Το ίδιο κάναμε και τις περιόδους που «βαφτίζαμε» καλλιτέχνιδες τα θύματα εμπορίας προσώπων, για να κανονικοποιήσουμε τους μαστροπούς. Και μόνο από αυτή τη στάση φαίνεται η βούληση του κράτους να δει ή να κάνει ότι δεν βλέπει και δεν καταλαβαίνει τί συμβαίνει.
Τα εργαλεία υπάρχουν. Η Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης, η γνωστή ΜΟΚΑΣ, έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει και να αναλύει ύποπτες συναλλαγές και να κινεί διαδικασίες δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων. Αν ενεργοποιηθεί με προτεραιότητα τις υποθέσεις ανεξήγητου πλουτισμού και με συνεργασία με την εφορία και την αστυνομία, τα περιθώρια στενεύουν πριν φτάσουμε στις σφαίρες. Κάποιοι θα πουν ότι κάτι τέτοιο γίνεται και μάλιστα υπήρξαν και δημεύσεις περιουσιακών στοιχείων κάποιων εκατομμυρίων. Ωστόσο τα ποσά που δημεύθηκαν, είναι σταγόνα στον Ωκεανό, μπροστά σε αυτά που διακινούνται από το εμπόριο ναρκωτικών, την «προστασία» και το ξέπλυμα είναι απείρως πολλαπλάσια.
Παράλληλα, τα δικαστήριά, διαθέτουν ισχυρά μέσα συμβολής στην πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος, πέραν από τις καταδίκες όσων συλλαμβάνονται. Διατάγματα για πάγωμα λογαριασμών και απαγόρευση αποξένωσης περιουσίας μπορούν να εκδίδονται προληπτικά όταν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις αθέμιτου πλουτισμού και απόκτησης περιουσίας που δεν δικαιολογείται και πιθανότατα προέρχεται από έγκλημα. Η ουσία είναι η ταχύτητα και η συνέπεια, όχι οι δηλώσεις στις κάμερες ύστερα από κάθε αιματοχυσία.
Χρειαζόμαστε επίσης διαφανή στοιχεία για να ξέρουμε τι πολεμάμε. Η αστυνομία δημοσιεύει στατιστικά, όμως ο δημόσιος διάλογος παραμένει εγκλωβισμένος σε εντυπώσεις. Χωρίς τακτική αποτύπωση των σοβαρών αδικημάτων και της έκβασής τους, οι πολιτικές αλλάζουν με βάση την επικαιρότητα και όχι με βάση δεδομένα.
Υπάρχει και ο περίγυρος. Όταν σε απόσταση αναπνοής γίνονται συζητήσεις για χαλαρό πλαίσιο εισροής κεφαλαίων στα κατεχόμενα, δημιουργούνται διαδρομές για βρώμικο χρήμα που διαβρώνει όλη την αγορά που διαπερνά τα οδοφράγματα και την «πράσινη γραμμή». Καμιά κυπριακή κυβέρνηση δεν μπορεί να το αγνοήσει, όσο κι αν αποτελεί πολιτικά δυσάρεστη υπόμνηση.
Το πρόβλημα δεν θα λυθεί ούτε με νέα περιπολικά ούτε με μεταθέσεις και προαγωγές σκοπιμότητας, βολέματος και διαφθοράς στην Αστυνομία. Θα λυθεί όταν το κράτος αποφασίσει ότι ο παράνομος πλούτος είναι στόχος ης ίδιας επικινδυνότητας με ένα όπλο και όταν οι φορολογικοί έλεγχοι γίνουν από δειγματοληπτικοί, στοχευμένοι.
Θα λυθεί, όταν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης πάψουν να λειτουργούν ως βιτρίνα ατιμωρησίας αυτών που επιδεικνύουν ανεξήγητο πλούτο και γίνουν αφορμή ερευνών. Τα πράγματα θα αλλάξουν όταν οι πολιτικοί παράγοντες καταλάβουν ότι κάθε εξαίρεση για «ημέτερους» δεν είναι μικρή εξυπηρέτηση αλλά ρωγμή στη νομιμότητα και όταν η αστυνομία αντιληφθεί ότι η σκιά της διαφθοράς δεν διαλύεται με ανακοινώσεις αλλά με εσωτερικό έλεγχο που πονά και με παραδειγματισμούς που δεν κοιτούν βαθμούς και γνωριμίες. Δεν μπορεί να είναι πειστική μια Αστυνομία που για χρόνια αφήνει στα συρτάρια πειθαρχικές διώξεις μελών της.
Αν το κράτος πραγματικά ήθελε να αντιμετωπίσει την εγκληματικότητα, δεν θα κρυβόταν πίσω από «εξυπνάδες» του τύπου: «Συμβαίνει παντού». Άλλου κυνηγούν τη διαδρομή του χρήματος για να φτάσουν στους δράστες, ενώ στη Κύπρο κυνηγάμε δράστες μετά από κάθε έγκλημα. Μια τέτοια τακτική κάνει κάθε εξιχνίαση να μοιάζει με παυσίπονο, ενώ η αρρώστια συνεχίζει να τρέφεται από την επίδειξη πλούτου και την ανοχή μας.

























