Του Πατριάρχη
Όσο πλησιάζουμε σε εκλογές τόσο, πολλαπλασιάζονται οι αντισυστημικοί, σαν τα σαλιγκάρια μετά από βροχή.
Είναι άλλωστε της μόδας, να βγάζουν τον εαυτό τους έξω από το σύστημα, καταγγέλλοντας όλα όσα υπηρετούσαν και υπηρετούν με συνέπεια.
«Αντισυστημικοί», οι άνθρωποι που ζουν χάρη στους θεσμούς, πληρώνονται από δημόσιους ή ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς, ορκίζονται στο Σύνταγμα και υμνούν το κράτος δικαίου όταν τους βολεύει. Την επομένη ανεβαίνουν σε ένα ψηφιακό βάθρο, κουνάνε το δάχτυλο στους πάντες και αυτοανακηρύσσονται, «τιμωροί του κατεστημένου».
Η αντίφαση… ποια αντίφαση; Ούτε καν αυτή δεν μπορούν να δουν οι «αντισυστημικοί» της βιτρίνας που έστησαν οι ίδιοι με προϊόντα ανακύκλωσης.
Όποιος αναπνέει πολιτικά μέσα σε ένα σύστημα με κανόνες, ελέγχους και εγγυήσεις, δεν μπορεί ταυτόχρονα να παριστάνει ότι ζει εκτός αυτού. Το πολύ πολύ να φωνάζει λίγο παραπάνω από τους υπόλοιπους για να πείσει για αυτό που δεν είναι. Άλλο το θέατρο, άλλο η πολιτική ουσία.
Η κυπριακή εμπειρία το επιβεβαιώνει. Σε μια μικρή κοινωνία, όπου γνωριζόμαστε σχεδόν όλοι, οι θεσμοί είναι η ασπίδα μας. Κρατικοί μηχανισμοί, ανεξάρτητες αρχές, δικαστήρια, Βουλή και ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο που βάζει όρια τα οποία οι πάντες έχουμε αποδεχτεί, έστω και αν μας αρέσει να τα καταγγέλλουμε ως δεσμά.
Σε όλα αυτά κρίνεται η πραγματική δύναμη του πολίτη. Το μονίμως υψωμένο καταγγελτικό δάχτυλο δεν είναι αντισυστημισμός.
Η καταγγελία δεν γίνεται αντισυστημική επειδή συνοδεύεται από σκηνοθετημένο θυμό. Γίνεται χρήσιμη όταν ακολουθεί διαδικασίες, φέρνει στοιχεία και λογοδοτεί. Όσοι διαλαλούν την επανάσταση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης , τα πεζοδρόμια, και τα τηλεοπτικά πάνελ συνήθως απολαμβάνουν των προνομίων του συστήματος για να επιτεθούν στο ίδιο το σύστημα, το οποίο αγαπούν να μισούν.
Ο μύθος συντηρείται επειδή μας γοητεύει ο «μοναχικός καβαλάρης» που υποτίθεται πως τα βάζει με όλους, χάριν των συμφερόντων του λαού και τα διαφάνειας. Μόνο που η ιστορία διδάσκει ότι οι πραγματικοί υπονομευτές των θεσμών δεν μιλούν για διαφάνεια. Απαξιώνουν δικαστικές αποφάσεις, καταργούν τα σύνορα ανάμεσα στο γεγονός και την εικασία και νομιμοποιούν τη λογική του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Τον πιο δυνατό ήχο τον κάνουν οι άδειοι τενεκέδες και όποιος φωνάζει πιο πολύ, δεν σημαίνει πως έχει δίκιο και λέει αλήθεια.
Είναι απλώς μια τεχνική.
Στην πράξη, «αντισυστημικός» είναι όποιος αρνείται την δομή και τον τρόπο λειτουργίας του κράτους. Συνήθως φλερτάρει με τη βία, με τον προπηλακισμό και με την φίμωση της φωνής που τον αμφισβητεί.
Στην Κύπρο πληρώσαμε ακριβά τις στιγμές που η φαντασίωση νίκησε τη νηφαλιότητα.
Οι λέξεις έχουν βάρος. Αν τις ξεχειλώνουμε, στο τέλος δεν σημαίνουν τίποτα. Όταν χαρακτηρίζουμε «αντισυστημικό» κάθε αιχμηρό σχόλιο ή κάθε κίνηση εντυπωσιασμού, θολώνουμε τη γραμμή που χωρίζει τη θεσμική κριτική από τον λαϊκισμό. Και τότε, αν εμφανιστεί αληθινός εχθρός των θεσμών, θα μας βρει μπερδεμένους. Το ζητούμενο δεν είναι να απολαύσουμε την παράσταση αλλά να ενισχύσουμε την αξιοπιστία των διαδικασιών που μας προστατεύουν. Να απαιτούμε από όλους, χωρίς εξαίρεση, τεκμηρίωση, διαφάνεια και συνέπεια.
Η δημοκρατία δεν τρέφεται με «στάσεις» και αυτοπροβολή. Τρέφεται με κανόνες, έλεγχο, μετρημένο λόγο και καθαρά κίνητρα. Αν θέλουμε να ξηλώσουμε κάτι, ας ξηλώσουμε την ψευδαίσθηση του αντισυστημικού που πουλιέται σε συσκευασία θριάμβου. Ας κρατήσουμε την ουσία. Πράξεις στη σωστή κατεύθυνση, σεβασμός στους θεσμούς, αντοχή στην εύκολη δημαγωγία. Αυτό είναι πραγματική αντίσταση προς όφελος της κοινωνίας, όχι ο επιδεικτικός θόρυβος της βιτρίνας.

























