Του Πατριάρχη
Η εικόνα της περασμένης Πέμπτης έξω από το Υπουργείο Εξωτερικών θα έπρεπε να προβληματίσει σοβαρά όσους προΐστανται της Αστυνομίας. Μια χούφτα διαδηλωτές, χωρίς διάθεση πρόκλησης ή ένταση, βρέθηκαν απέναντι σε μια διμοιρία πλήρως εξοπλισμένων ανδρών με κράνη, ασπίδες, γκλόμπς και μάσκες, σαν να επρόκειτο να αντιμετωπίσουν τρομοκρατική απειλή. Η παρουσία αυτή, από μόνη της, ήταν αρκετή για να δημιουργήσει την ένταση που έλειπε. Αν κάτι απέδειξε η συγκεκριμένη επιχείρηση, είναι ότι η Αστυνομία δεν έχει ακόμη κατανοήσει τη διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση πλήθους και στην επίδειξη ισχύος.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας περιορίστηκε να πει πως «πρέπει να σεβόμαστε τα Σώματα Ασφαλείας». Φυσικά και πρέπει. Ο σεβασμός όμως δεν σημαίνει σιωπή απέναντι σε φανερά λάθη ή στην έλλειψη επαγγελματισμού. Όπως οι πολίτες οφείλουν να σέβονται τους αστυνομικούς, έτσι και οι αστυνομικοί οφείλουν να σέβονται τους πολίτες. Και ο σεβασμός αυτός δεν εκφράζεται με κλομπ και δακρυγόνα απέναντι σε ειρηνικές συγκεντρώσεις.
Η αντίφαση είναι προφανής. Όταν πρόκειται για επεισόδια σε ποδοσφαιρικά γήπεδα, για χούλιγκαν που δρουν ανενόχλητοι ή για ομάδες κυνηγών που κλείνουν αυτοκινητόδρομους για να ψήνουν σουβλάκια, η Αστυνομία «εμφανίζεται» ανύπαρκτη. Καθυστερεί, παρακολουθεί, αποφεύγει να κάνει τη δουλειά της. Αντίθετα, όταν πρόκειται για μια μικρή ομάδα πολιτών που διαμαρτύρεται έξω από το Υπουργείο Εξωτερικών, εμφανίζεται ξαφνικά πάνοπλη και αποφασισμένη να δείξει «πυγμή». Αυτός ο επιλεκτικός ζήλος είναι που γεννά δυσπιστία και θυμό.
Η δικαιολογία που δόθηκε, ότι δήθεν υπήρχε θέμα οδικής ασφάλειας, είναι αστεία και προσχηματική. Κανείς δεν απείλησε την ηρεμία των οδηγών, ούτε και έκλεισε δρόμους. Το μόνο που απείλησε τη δημόσια εικόνα της Κύπρου, ήταν η υπερβολική αστυνομική παρουσία και η αδικαιολόγητη χρήση βίας. Αυτές οι σκηνές, με πολίτες να βήχουν από τα χημικά μπροστά στις κάμερες, είναι δείγμα αποτυχίας και ερασιτεχνισμού.
Το πρόβλημα δεν είναι περιστασιακό, αλλά δομικό. Δεν υπάρχει στρατηγική εκπαίδευση για τη διαχείριση ειρηνικών διαμαρτυριών, και δεν υπάρχει αίσθηση του μέτρου για το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δρα η αστυνομική δύναμη. Η κουλτούρα του, «δείξε ποιος είναι πιο μάγκας» έχει αντικαταστήσει την ανάγκη για εκπαίδευση, διάλογο και ψυχραιμία.
Όσοι υπηρετούν στην πρώτη γραμμή γνωρίζουν ότι η ένταση γεννιέται από τον φόβο και την Πέμπτη, η Αστυνομία έδειξε να φοβάται τη σκιά της. Αντί να προστατεύσει την κοινωνική ειρήνη, επέλεξε να δοκιμάσει τις αντοχές της. Το ερώτημα που μένει είναι αν η Πολιτεία θέλει πράγματι να έχει μια αστυνομία «ανθρώπινη και υπερήφανη» ή αν προτιμά μια δύναμη που αντιδρά μηχανικά, χωρίς κρίση και χωρίς ευθύνη. Η Αστυνομία είναι εργαλείο του Κράτους και είναι επικίνδυνο η Αστυνομία να εργαλειοποιεί το κράτος.

























