Ο διαγωνισμός των υποσχέσεων που δεν θα πληρωθούν ποτέ

Του Πατριάρχη

Παρακολουθώντας τα κόμματα, παλιά, νέα, μικρά, μεγάλα, σοβαροφανή και δήθεν αντισυστημικά, έχει κανείς την αίσθηση ότι μπήκαμε σε προεκλογικό παζάρι όπου όλοι πουλούν λύσεις με τιμές χονδρικής. Κατώτατη σύνταξη, φθηνά ενοίκια, στέγη για όλους, νερό στις βρύσες, φθηνά προϊόντα στα ράφια, χαμηλότερο κόστος ζωής, καλύτεροι μισθοί, ευτυχισμένοι πολίτες, καλύτερα σχολεία και, αν περισσέψει χρόνος, ίσως και ειρήνη στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή. Το μόνο που δεν υπόσχονται είναι να ρυθμίσουν και τον καιρό, αν και μερικοί δεν φαίνονται μακριά από αυτό. Με τα δόντια τους κρατάνε.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινωνία δεν έχει ανάγκες. Έχει και μάλιστα μεγάλες. Οι χαμηλοσυνταξιούχοι πιέζονται, οι νέοι βλέπουν τη στέγη να απομακρύνεται σαν ακριβό κόσμημα σε βιτρίνα, τα ενοίκια έχουν ξεφύγει, η ακρίβεια ροκανίζει το εισόδημα και το υδατικό μάς θυμίζει κάθε τόσο ότι η Κύπρος δεν βρίσκεται στις όχθες του Δούναβη. Αυτά είναι πραγματικά προβλήματα και απαιτούν σοβαρές πολιτικές. Εδώ όμως αρχίζει η εξαπάτηση. Άλλο να συζητάς πολιτικές και άλλο να υπόσχεσαι ως υποψήφιος βουλευτής ότι θα λύσεις ζητήματα που βρίσκονται κυρίως στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας.

Η Βουλή νομοθετεί, ελέγχει, εγκρίνει προϋπολογισμούς, ασκεί πίεση, ανοίγει συζητήσεις, μπορεί να διορθώσει στρεβλώσεις και να μπλοκάρει αυθαιρεσίες. Δεν διοικεί όμως το κράτος. Δεν χτίζει σπίτια, δεν κατασκευάζει αφαλατώσεις, δεν φτιάχνει σχολικά προγράμματα, δεν ρυθμίζει καθημερινά την αγορά, δεν εφαρμόζει πολιτική πρόνοιας από μόνη της και δεν αποφασίζει μόνη της για επιδόματα, έργα, υπηρεσίες και κρατικούς μηχανισμούς. Αυτά τα κάνει η κυβέρνηση. Όποιος το ξέρει και παριστάνει ότι δεν το ξέρει, κοροϊδεύει. Όποιος δεν το ξέρει και ζητά ψήφο για να μπει στη Βουλή, είναι ακόμα πιο επικίνδυνος, διότι η άγνοια με βουλευτική έδρα είναι απάτη.

Το πιο θλιβερό είναι ότι αρκετοί πολίτες εντυπωσιάζονται. Ακούνε ένα κόμμα να υπόσχεται κατώτατη σύνταξη που θα επιτρέπει αξιοπρεπή ζωή, άλλο να υπόσχεται φθηνή κατοικία, τρίτο να μοιράζει λύσεις για την ακρίβεια και τέταρτο να ανακαλύπτει τις λύσεις για το υδατικό. Έτσι στήνεται ένας διαγωνισμός παροχών χωρίς ταμείο, χωρίς σχέδιο, χωρίς αρμοδιότητα και, κυρίως, χωρίς ντροπή. Η πολιτική καταντά σκηνή ταχυδακτυλουργού, μόνο που στο τέλος δεν εξαφανίζεται ο λαγός στο καπέλο, αλλά εξαφανίζεται η εμπιστοσύνη.

Σε αυτό το παιχνίδι εμπαιγμού έχουν μπει όλοι. Τα παραδοσιακά κόμματα, επειδή ξέρουν τη δουλειά από παλιά. Τα νεόκοπα, επειδή κατάλαβαν ότι η αγανάκτηση πουλάει πιο γρήγορα από τη γνώση και τα λεγόμενα αντισυστημικά, που εμφανίστηκαν στην πολιτική ζωή σαν αλυσίδα δορυφόρων του Starlink, φωτεινά στον ουρανό, εντυπωσιακά για λίγα λεπτά, αλλά χωρίς να ξέρει κανείς τι ακριβώς μεταδίδουν, ποιος τα κατευθύνει και πού θα πέσουν όταν τελειώσει η λάμψη.

Η Βουλή μπορεί να πιέσει για καλύτερη στεγαστική πολιτική, να απαιτήσει λογοδοσία για το υδατικό, να ελέγξει την κυβέρνηση για την ακρίβεια, να βελτιώσει νομοθεσίες για συντάξεις και κοινωνικές παροχές. Δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει το Υπουργικό Συμβούλιο, τα υπουργεία, τις υπηρεσίες και τους μηχανισμούς εφαρμογής. Όταν λοιπόν ένας υποψήφιος υπόσχεται τα πάντα, συνήθως δεν έχει πρόταση, αλλά έχει υστεροβουλία ποντάροντας στην άγνοια των ψηφοφόρων.

Οι πολίτες δικαιούνται καλύτερη σύνταξη, προσιτή στέγη, νερό, συγκράτηση τιμών και κράτος που να λειτουργεί. Δεν δικαιούνται όμως να τους σερβίρουν πολιτικό μενού χωρίς κουζίνα. Οι υποψήφιοι που ζητούν την ψήφο των πολιτών έχουν υποχρέωση να λένε τι μπορεί να κάνει πραγματικά η Βουλή και τι όχι, αλλά αυτό απαιτεί σοβαρότητα, γνώση και σεβασμό στον ψηφοφόρο. Δηλαδή τρία πράγματα που στην προεκλογική περίοδο συχνά αντιμετωπίζονται σαν περιττά έξοδα.