Του Πατριάρχη
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αναγκάστηκε να κάνει πίσω στον νόμο για τις διαδηλώσεις. Δεν έκανε πίσω όμως επειδή ξαφνικά το έπιασε ο πόνος για τα ατομικά δικαιώματα, αλλά επειδή ήρθε η γνωμάτευση του ΟΑΣΕ και κατέδειξε ότι το νομοθέτημα που ψηφίστηκε ήταν εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου και εκτός κοινής λογικής. Πρόκειται καθαρά για ήττα της εκτελεστικής εξουσίας, όσο κι αν επιχειρηθεί να παρουσιαστεί ως «βελτίωση» ή «εξορθολογισμός».
Ο νόμος που ψηφίστηκε αυστηροποιεί σημαντικά το πλαίσιο για τις δημόσιες συγκεντρώσεις και παρελάσεις με την πρόβλεψη υποχρέωσης προειδοποίησης των αρχών για συγκεντρώσεις άνω των 20 ατόμων, δίνει στην αστυνομία πολύ ευρείες εξουσίες να αλλάζει δρομολόγια ή να διαλύει εκδηλώσεις και φορτώνει στους διοργανωτές δυσανάλογες ευθύνες για πράξεις τρίτων, συνοδευόμενες από βαριές ποινές και πρόστιμα.
Ο ΟΑΣΕ, μέσω του Γραφείου Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ήταν σαφής. Ξεκαθάρισε πως πρόκειται για υπερβολική διακριτική και ουσιαστικά αυθαίρετη εξουσία των αρχών να διακόπτουν διαδηλώσεις, έκανε λόγο για δυσανάλογες κυρώσεις και για διατάξεις που δεν συμβιβάζονται με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Μετά από αυτή τη γνωμάτευση, το Υπουργείο Δικαιοσύνης εμφανίστηκε στην Επιτροπή Νομικών της Βουλής έτοιμο όχι απλώς για κάποιες «διορθώσεις», αλλά για ουσιαστικό ξήλωμα του νόμου, φτάνοντας στο σημείο να παραδεχθεί αλλαγές που κατά το ΑΚΕΛ θα ήταν καλύτερα να οδηγήσουν σε πλήρη κατάργηση του Νόμου. Όταν ένα Υπουργείο φτάνει στο σημείο να ανατρέπει μια νομοθεσία, που σε πείσμα όσων προειδοποιούσαν, μπόρεσε να περάσει από τη Βουλή, δεν «αφουγκράστηκε» απλώς τις αντιδράσεις αλλά προσπαθεί να μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Μιλάμε για πολιτική αποτυχία.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο το περιεχόμενο του αρχικού νόμου, αλλά η νοοτροπία που κρύβεται πίσω από αυτόν. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έδειξε να ακολουθεί, σχεδόν τυφλά, τις εισηγήσεις της αστυνομίας και των συνδικαλιστικών της οργάνων, αντιμετωπίζοντας τις διαδηλώσεις πρώτα ως πρόβλημα τάξης και δευτερευόντως ως άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών. Η Ευρώπη όμως δεν λειτουργεί έτσι. Τα κράτη έχουν θετική υποχρέωση όχι απλώς να «ανεχθούν» τις ειρηνικές συναθροίσεις, αλλά να τις διευκολύνουν, με βάση το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Όποιος ζει στην Κύπρο γνωρίζει ότι η συντριπτική πλειονότητα των διαδηλώσεων είναι ειρηνικές. Υπήρξαν επεισόδια, υπάρχουν ακρότητες, αλλά αυτά αντιμετωπίζονται με στοχευμένη αστυνόμευση, όχι με νομοθετικά μπλόκα που δημιουργούν κλίμα φόβου σε κάθε πολίτη που θέλει να βγει στον δρόμο. Η επίκληση της δημόσιας ασφάλειας δεν μπορεί να γίνει μαγική λέξη για να περιορίζονται πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα, γιατί αν κάτι τέτοιο γίνει συνήθεια, αύριο η ίδια λογική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να φιμωθεί οποιοσδήποτε διαφωνεί με την εξουσία.
Η υποχώρηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, έστω και καθυστερημένα, είναι ένα θετικό βήμα, όμως δεν αρκεί να αλλάξει μόνο το κείμενο του νόμου. Πρέπει να αλλάξει και η αντίληψη μέσα στο κράτος για το τι σημαίνει δημόσιος χώρος και τι σημαίνει διαφωνία. Η Κύπρος που ετοιμάζεται να αναλάβει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί την ίδια στιγμή να διατηρεί μια νομοθεσία που χαρακτηρίζεται από τον ΟΑΣΕ ως ασύμβατη με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της.
Σε τελική ανάλυση, οι πορείες και οι συγκεντρώσεις δεν είναι παραφωνία στη δημοκρατία. Είναι η φωνή της. Και όταν η κυβέρνηση χρειάζεται «γνωμάτευση» του ΟΑΣΕ για να το θυμηθεί, αυτό που καταγράφεται δεν είναι απλώς νομοτεχνική διόρθωση. Είναι πολιτική ήττα.
Τέλος, δεν μπορεί η όποια άποψη της Αστυνομίας να γίνεται Νόμος, όταν αφορά προστασία πολιτικών δικαιωμάτων, είτε για να διευκολυνθούν τα μέλη της είτε για να δικαιολογηθεί η ανεπάρκεια της στον χειρισμό τέτοιων καταστάσεων.

























