Του Πατριάρχη
Η ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα θύματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων, έχει ως ιστορική αφετηρία την 23η Αυγούστου, την ημέρα υπογραφής του Συμφώνου Ρίμπεντροπ–Μολότοφ το1939, μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Η επιλογή έγινε γιατί εκείνη τη μέρα, με μυστικά πρωτόκολλα, Χίτλερ και Στάλιν, μοίρασαν σφαίρες επιρροής και προανήγγειλαν την κοινή εισβολή στην Πολωνία και την ουσιαστική έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η σημερινή ημέρα, γνωστή ως Ημέρα της Μαύρης Κορδέλα, τιμάται σε ολόκληρη την Ευρώπη και τον Καναδά με εκδηλώσεις μνήμης για τα εκατομμύρια θύματα. Ξεκίνησε ως ακτιβιστική δράση το1989 με τον «Βαλτικό Δρόμο», που ήταν μια ανθρώπινη αλυσίδα δύο εκατομμυρίων ανθρώπων που ένωσαν τα χέρια τους στις τότε σοβιετικές «Δημοκρατίες» της Εσθονίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας, οι οποίες είχαν τεθεί υπό κατοχή με την συμφωνία Ναζί – Σοβιετικών στις 23 Αυγούστου 1939. Το 2009 η Ημέρα υιοθετήθηκε επισήμως από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Πρόκειται για μια ευρωπαϊκή υπόμνηση ότι ο ολοκληρωτισμός, όποιο έμβλημα κι αν έχει, έχει ως κοινό παρονομαστή την άρνηση της ανθρώπινης ελευθερίας.
Γιατί χρειάζεται σήμερα αυτή η επέτειος; Επειδή η λήθη και ο αναθεωρητισμός βρίσκουν πάντα τρόπο να επιστρέφουν. Στη ρωσική δημόσια σφαίρα ο σταλινισμός «ξεπλένεται» ως αποτελεσματική κρατική μέριμνα, ενώ στην ευρωπαϊκή άκρα δεξιά ο ναζισμός συχνά υποβιβάζεται σε «επεισόδιο της ιστορίας». Η Ευρώπη οφείλει να διατηρεί ενιαία μνήμη, χωρίς ιεραρχήσεις στον πόνο και χωρίς εξαιρέσεις. Τα θύματα των Σοβιετικών Γκουλάγκ δεν αξίζουν λιγότερη δικαιοσύνη από τα θύματα των στρατοπέδων εξόντωσης των Ναζί, όπως και το αντίστροφο.
Ένα τμήμα της αριστεράς (το σταλινικό) αντιδρά γιατί θεωρεί ότι «εξισώνεται» ιδεολογικά ο κομμουνισμός με τον ναζισμό.
Η ημέρα μνήμης δεν συγκρίνει θεωρίες, αξιολογεί αποτελέσματα. Λογοκρισία, διώξεις, μαζική πείνα, στρατόπεδα, εξόντωση αντιφρονούντων συνιστούν κοινό λεξιλόγιο των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Η δημοκρατική Ευρώπη δεν υποχρεούται να διαλέξει «καλύτερο» ολοκληρωτισμό. Οφείλει να καταδικάσει το έγκλημα όπου κι αν διαπράχθηκε και από όποιον κι αν διαπράχθηκε.
Η αντίδραση τρέφεται και από έναν δεύτερο μύθο. Ότι ο κομμουνισμός ήταν μια «καλή ιδέα» που απλώς εφαρμόστηκε λάθος. Εφαρμόστηκε όμως σε πολλές χώρες. Είναι δυνατόν να την εφάρμοσαν όλοι λάθος; Αν μια ιδεολογία για να εφαρμοστεί απαιτεί τη φίμωση της κοινωνίας και την υποταγή των ανθρώπων, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η εφαρμογή. Η εμπειρία της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που έζησε διαδοχικά ναζιστική κατοχή και σοβιετική κυριαρχία, δεν είναι «αντικομμουνιστική υστερία». Είναι ιστορικό βίωμα που η υπόλοιπη Ήπειρος οφείλει να ακούσει χωρίς φίλτρα.
Η Ημέρα Μνήμης δεν λειτουργεί ως δικαστήριο πολιτικής ταυτότητας και δεν χαρίζει «ηθικά πιστοποιητικά» στη μία ή την άλλη πλευρά. Θυμίζει απλώς το αυτονόητο, ότι η δημοκρατία ενισχύεται και λειτουργεί, μόνο όταν αναγνωρίζει τις πληγές της, όταν τιμά τους νεκρούς χωρίς αστερίσκους και όταν αποκρούει κάθε σύγχρονη εκδοχή αυταρχισμού, είτε εμφανίζεται με νεοναζιστικά σύμβολα είτε με νοσταλγία για «ισχυρό κράτος» που δεν λογοδοτεί.
Η 23η Αυγούστου, δεν είναι πεδίο ιδεολογικών συμψηφισμών. Είναι υποχρέωση μνήμης προς τα θύματα. Όσο αυτό το συμβόλαιο παραμένει σε ισχύ, η Ευρώπη έχει ελπίδα να αναγνωρίζει έγκαιρα τα σημάδια του ολοκληρωτισμού όταν αυτά επανεμφανίζονται με νέο πρόσωπο και να τα σταματά πριν γίνουν ξανά ιστορία.

























