Του Πατριάρχη
Πάμε σε βουλευτικές εκλογές σε μια εβδομάδα με ψηφοδέλτια που όπως διαφημίζουν τα κόμματα, «αγκαλιάζουν τον κόσμο» και προέκυψαν από «πλατιά δημοκρατική διαδικασία».
Κι όμως, ακούγοντας υποψηφίους σε πάνελ και ραδιόφωνα, μένει η αίσθηση ότι κάποιοι κατεβαίνουν για να νομοθετήσουν χωρίς να έχουν διαβάσει έστω πέντε γραμμές από την Αγωγή του Πολίτη που κάποτε διδασκόταν ως αυτόνομο μάθημα.
Ακόμη και αν κάποιος δεν τους το δίδαξε θα έπρεπε να είχε πάρει κάτι το αυτί τους για την διάκριση των εξουσιών. Δεν πρόκειται για θεωρία σεμιναρίων αλλά για τον μηχανισμό που κρατάει τη Δημοκρατία όρθια (στα δημοκρατικά κράτη). Η Βουλή νομοθετεί, η εκτελεστική εξουσία κυβερνά και η δικαστική εξουσία κρίνει. Απλό, καθαρό, και εξαιρετικά άβολο όταν δεν βολεύει περίεργα αφηγήματα. «Ενδιαμέσως» λειτουργούν οι ανεξάρτητοι θεσμοί, ο οποίοι κρίνονται επίσης στην βάση του τρόπου με τον οποίο τους υπηρετούν αυτοί που προΐστανται.
Βλέπουμε το μοτίβο ξανά και ξανά. Εκδίδεται απόφαση δικαστηρίου που δεν αρέσει και αντί για ψύχραιμη ανάγνωση, αρχίζει το πανηγύρι του λαϊκισμού. Ο Πρόεδρος «πρέπει να παρέμβει», η κυβέρνηση «να διορθώσει», τα κόμματα ζητούν «πολιτική λύση»… Λες και ο δικαστής είναι υπάλληλος του Προεδρικού ή κάποιας συγκυριακής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Την επόμενη εβδομάδα, ψηφίζεται νόμος πρόχειρος, με κενά και αντιφάσεις. Όταν το δικαστήριο τον εφαρμόζει κατά γράμμα, φταίει το δικαστήριο, όχι αυτός που τον έγραψε.
Αυτή η επιλεκτική μνήμη είναι το πραγματικό πρόβλημα. Θέλουμε ανεξάρτητη Δικαιοσύνη όταν ελέγχει τον αντίπαλο, αλλά «υπερβάλλουσα», «άδικη», «καθοδηγούμενη» και «πουλημένη», όταν ελέγχει εμάς. Θέλουμε Βουλή κυρίαρχη όταν βολεύει το αφήγημά μας, αλλά «ανίσχυρη» όταν πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για κακές νομοθεσίες. Θέλουμε Πρόεδρο ρυθμιστή, μέχρι να ρυθμίσει κάτι εναντίον μας.
Η Δημοκρατία όμως δεν λειτουργεί με διακόπτη. Οι κανόνες της δεν ισχύουν μόνο τις καλές μέρες και αν ο νόμος είναι στρεβλός, η διόρθωση δεν γίνεται με δηλώσεις κατά δικαστών, γίνεται με νέο, καλύτερο νόμο στη Βουλή. Αν η απόφαση ενοχλεί, η απάντηση δεν είναι πίεση στην εκτελεστική να «βρει τρόπο», είναι σεβασμός και, όπου επιτρέπεται, ένδικα μέσα. Αυτό δεν είναι αδυναμία, είναι ωριμότητα.
Και εδώ έρχεται η ευθύνη των υποψηφίων. Δεν ζητάμε από τον βουλευτή να είναι συνταγματολόγος, ζητάμε να ξέρει γιατί δεν μπορεί να τηλεφωνεί σε δικαστή, γιατί δεν νομοθετεί με τροπολογίες της τελευταίας στιγμής και γιατί δεν εργαλειοποιεί την κριτική στους θεσμούς για να μαζέψει ψήφους. Η πολιτική αντιπαράθεση είναι θεμιτή, όμως η θεσμική κατεδάφιση δεν είναι.
Στην Κύπρο του 2026, ο πειρασμός για «γρήγορες λύσεις» είναι μεγάλος. Οι γρήγορες λύσεις όμως περνούν συνήθως πάνω από τη διάκριση των εξουσιών και όταν περάσεις μία φορά από πάνω, την επόμενη δεν υπάρχει όριο και φράχτης.
Αν θέλουμε καλύτερη Βουλή, ας ξεκινήσουμε από το αυτονόητο. Να ψηφίσουμε ανθρώπους που καταλαβαίνουν ότι η εξουσία τους σταματά εκεί που αρχίζει η άλλη. Όχι από σεβασμό στους τύπους, αλλά από σεβασμό στους πολίτες, γιατί όταν οι εξουσίες ανακατεύονται κατά βούληση, δεν κερδίζει κανένα κόμμα. Χάνει η Δημοκρατία, και μαζί της χάνουμε όλοι. Η Βουλή δεν είναι χώρος σεμιναρίων για όσους θέλουν να ανακαλύψουν εκ των υστέρων πώς λειτουργεί το πολίτευμα. Είναι το σώμα που φτιάχνει τους νόμους και όταν εκεί μπαίνουν άνθρωποι που δεν κατανοούν τους κανόνες της, το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικό τους. Είναι όλων μας.

























