Του Πατριάρχη
Η συζήτηση για τον διορισμό της Μαρίας Μανώλη Χριστοφίδου, στη θέση της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, δεν αφορά τα προσόντα της ή τη θεσμική ορθότητα της απόφασης. Αφορά κυρίως τον τρόπο που η πολιτική μας κουλτούρα (αν υποθέσουμε πως υπάρχει) μεταχειρίζεται τις λέξεις.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε τον διορισμό της, τα ΜΜΕ κατέγραψαν ότι η νέα Επίτροπος υπήρξε ενεργό στέλεχος του ΔΗΣΥ και μάλιστα επαρχιακή γραμματέας της ΓΟΔΗΣΥ, με την απόφαση να τίθεται σε ισχύ στις 28 Σεπτεμβρίου 2025 για εξαετή θητεία. Αυτά είναι συγκεκριμένα στοιχεία και δεν χωρούν παρερμηνείες.
Εκεί που αρχίζουν τα δύσκολα είναι στα επιχειρήματα. Το ΑΛΜΑ του Οδυσσέα Μιχαηλίδη καταγγέλλει την «έντονη κομματική ταυτότητα» της νέας Επιτρόπου ως πρόβλημα. Μόνο που ο ίδιος ο Ο. Μιχαηλίδης έχει δημόσια πορεία που δεν του επιτρέπει να κουνάει το δάχτυλο στους πάντες, όπως έκανε όταν ήταν Γενικός Ελεγκτής.
Άλλωστε, ο ίδιος είχε παραδεχθεί πως ήταν στέλεχος της φοιτητικής «Αναγέννησης» και μέλος του ΔΗΚΟ, μέχρι την ημέρα που ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Ελεγκτή, με διορισμό από το Υπουργικό της κυβέρνησης Νίκου Αναστασιάδη. Διατηρούσε την κομματική του ιδιότητα και ταυτότητα, για όσο χρόνο ήταν δημόσιος υπάλληλος και μάλιστα σε καίρια θέση, στο Υπουργείο Συγκοινωνιών.
Δεν ήταν μυστικό, δεν ήταν παράνομο και δεν ήταν εμπόδιο για τον διορισμό του ως επικεφαλής ανεξάρτητου θεσμού.
Η μνήμη όμως δεν μπορεί να είναι επιλεκτική όταν μιλάμε για θεσμούς.
Τι σημαίνει λοιπόν «έντονη κομματική ταυτότητα» και γιατί την ξεχωρίζουμε από μια δήθεν ελαφρύτερη; Υπάρχει δηλαδή και light κομματική ταυτότητα;
Στις δημοκρατίες, οι άνθρωποι ανήκουν σε πολιτικούς χώρους, έχουν απόψεις και συμμετέχουν δίκτυα με ιδεολογικό προσανατολισμό. Το ζητούμενο για έναν ανεξάρτητο αξιωματούχο δεν είναι να μην είχε ποτέ εμπλοκή στη πολιτική ζωή, αλλά να δεσμευθεί και να αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να την αφήσει έξω από την πόρτα του γραφείου του. Για αυτό υπάρχουν αυστηρά ασυμβίβαστα, δηλώσεις συμφερόντων, ανοικτή λογοδοσία και έλεγχος εκ του αποτελέσματος. Όλα τα υπόλοιπα είναι εύκολη ρητορεία.
Και η απερχόμενη Επίτροπος, Ειρήνη Λοϊζίδου – Νικολαΐδου, ήταν στέλεχος του ΔΗΣΥ, αλλά στα 10 χρόνια υπηρεσίας της στον θεσμό, δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα να κατηγορηθεί για μεροληψία ή επίδειξη κομματικών προτιμήσεων, στους ελέγχους που διενεργούσε και σον τρόπο που ασκούσε τα καθήκοντα της.
Η περίπτωση Χριστοφίδου, ίσως θα έπρεπε να συζητηθεί για άλλο λόγο. Για πόσο καιρό θα επιλέγονται στις θέσεις ευθύνης τα παιδιά πρώην υπουργών, πρώην βουλευτών, πρώην κομματαρχών; Δεν υπάρχουν ικανοί άνθρωποι που δεν προέρχονται από πολιτικές οικογένειες;
Υπάρχει όμως και ο αντίλογος. Γιατί θα πρέπει να θυματοποιούνται τα παιδιά πρώην υπουργών, βουλευτών και κομματαρχών, επειδή προέρχονται από «πολιτικά τζάκια»; Αν έχουν τα προσόντα και τις ικανότητες, γιατί να αποκλείονται, λόγω ονόματος;
Δεν γνωρίζω την κα Χριστοφίδου και θα κριθεί από το έργο και όχι από το όνομα της. Ωστόσο δεν διαπιστώνω από που προκύπτει η «έντονη» κομματική της ταυτότητα.
Οι Πρόεδροι και οι κυβερνήσεις τείνουν να επιλέγουν πρόσωπα που εμπιστεύονται πολιτικά. Οφείλουν όμως να τεκμηριώνουν ότι τα επιλεγέντα πρόσωπα έχουν επαγγελματική επάρκεια και προθυμία να αυτοπεριοριστούν θεσμικά. Εδώ η ευθύνη βαραίνει δύο πλευρές. Την κυβέρνηση που οφείλει να εξηγήσει με καθαρό τρόπο τα κριτήρια επιλογής και την εκάστοτε αντιπολίτευση που οφείλει να κρίνει τα πρόσωπα με το ίδιο μέτρο, σε όλες τις περιπτώσεις, χωρίς να ξεχνά τι έπραττε η ίδια και τα στελέχη της.
Ας μιλήσουμε συγκεκριμένα. Η κυβέρνηση ορίζει τα πρόσωπα και η κοινωνία ορίζει την απαίτηση για αυστηρή ανεξαρτησία. Αν η νέα Επίτροπος αλλάξει συμπεριφορά, μπροστά σε κομματικές πιέσεις, θα κριθεί αυστηρά. Αν λειτουργήσει με νομική επάρκεια και θεσμικό ήθος, η προηγούμενη κομματική της ιδιότητα δεν αφορά κανέναν. Αυτή είναι η δοκιμασία κάθε ανεξάρτητου αξιωματούχου.
Αν ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης και το ΑΛΜΑ, θέλουν να είναι πειστικοί, πρέπει να εγκαταλείψουν τους αφορισμούς και τις γενικόλογες καταγγελίες περί «έντονης» κομματικής ταυτότητας και να καταθέσουν συγκεκριμένες προτάσεις. Να ζητήσουν για παράδειγμα ενισχυμένα ασυμβίβαστα πριν τον διορισμό, υποχρεωτική αποχή από κομματικά όργανα, δημόσιες ακροάσεις στη Βουλή με δεσμευτικές ερωτήσεις, και κυρίως αυστηρό ετήσιο απολογισμό. Όχι γιατί κάποιοι έχουν βαριά ταυτότητα και άλλοι ελαφριά, αλλά γιατί μόνο έτσι η πολιτική ταυτότητα παύει να είναι εργαλείο και γίνεται ασήμαντη μπροστά στον νόμο.
Η πολιτική ωριμάζει όταν τα μέτρα είναι αντικειμενικά και ισχύουν για όλους. Μέχρι τότε, η φράση «έντονη κομματική ταυτότητα» θα ηχεί σαν ακόμη μια ρητορική φούσκα, χωρίς κανένα περιεχόμενο.

























