Του Πατριάρχη
Στους αυτοκινητόδρομους το όριο είναι 100 χιλιόμετρα την ώρα, όμως όλοι ξέρουν ότι καταγγελία γίνεται από τα 121 και πάνω. Ίσως παγκόσμιο φαινόμενο. Η ίδια η Αστυνομία έχει παραδεχθεί το «όριο ανοχής» 20% στους αυτοκινητόδρομους, ως μια άτυπη ρύθμιση που μετατρέπει τη σήμανση σε διακοσμητική πινελιά. Αν ο νόμος είναι ο σκελετός ενός κράτους, εδώ τον κάνουμε λάστιχο. Αντιστοίχως, θα μπορούσαμε να πούμε και στους κλέφτες: «Κλέψτε, αλλά, όχι πολύ». Το μήνυμα προς τους οδηγούς (και τους κλέφτες) είναι διπλό και αντιφατικό. Τυπικά απαγορεύεται, πρακτικά επιτρέπεται μέχρι ένα σημείο. Έτσι δεν καλλιεργείται υπευθυνότητα αλλά παζάρι του παραβάτη με τον νόμο. Γιατί δεν θεσμοθετείται όριο ταχύτητας 120 χιλιόμετρα και να τελειώνουμε ώστε να μην παίζει η αστυνομία κουκλοθέατρο με τους οδηγούς;
Να επιτρέπεται να τρέχεις με 120 χιλιόμετρα, αλλά αν τρέξεις με 121 χιλιόμετρα, να μην καταγγέλλεσαι για παράβαση 1 χιλιομέτρου αλλά για 21!
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην ταχύτητα. Ο αντικαπνιστικός νόμος ισχύει και προβλέπονται εξώδικα πρόστιμα. Όμως η ίδια η Αστυνομία παραδέχεται ότι η επιτήρηση της απαγόρευσης «φορτώνει» την φορτώνει με καθήκοντα που θα μπορούσαν να έχουν άλλες υπηρεσίες. Δεν είναι τυχαίο ότι προωθείται μεταφορά αρμοδιοτήτων σε δημοτικές αστυνομίες, μαζί με παράνομη στάθμευση και ηχορύπανση. Δηλαδή, δεκαπέντε χρόνια μετά την ψήφιση της απαγόρευσης, ακόμη ψάχνουμε ποιος θα την εφαρμόζει. Ποιο μήνυμα στέλνει το κράτος; Το μήνυμα πως, οι νόμοι μπορεί να ισχύουν, αλλά μπορούν και να μην εφαρμόζονται, γιατί αυτό εξαρτάται από το πόσες δουλειές έχει η Αστυνομία.
Η παράνομη στάθμευση πάνω σε πεζοδρόμια είναι ότι πιο συνηθισμένο στις πόλεις μας. Οι οργανώσεις των ατόμων με αναπηρία φωνάζουν για τον κίνδυνο και τον αποκλεισμό, όμως η αστυνόμευση σπανίζει. Εδώ δεν έχουμε ανοχή 20% αλλά μια κοινωνική συνήθεια που γίνεται απάθεια και θεωρείται περίπου φυσικό φαινόμενο. Το κράτος δείχνει να συμβιβάζεται με την παρανομία μέχρι να συμβεί το κακό. Η πιο τραγική περίπτωση είναι αυτή των Takata.
Στις παραλίες χρειάστηκε ειδική εκστρατεία για να σταματήσει η γελοιότητα με τις «δεσμευμένες» ξαπλώστρες από τα χαράματα, με πετσέτες και σακίδια να παίζουν ρόλο ιδιωτικού φρουρού. Δήμοι αναγκάστηκαν να ανακοινώσουν ότι θα απομακρύνουν αντικείμενα από ξαπλώστρες που δεν έχουν ενοικιαστεί. Δηλαδή πρώτα ανεχτήκαμε το φαινόμενο να παγιωθεί και μετά ψάξαμε τρόπους να το ξεμάθουμε.
Σε άλλο επίπεδο, η ίδια η Πολιτεία θεσμοθετεί την «ανοχή» με αμνηστίες στην πολεοδομία για «μικρές» αυθαιρεσίες. Η κυβέρνηση ενέκρινε σχέδιο νομιμοποίησης αυθαίρετων κατασκευών σε εγκεκριμένες αναπτύξεις, με παράταση της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων. Ναι, λύνει χρονίζοντα προβλήματα τίτλων και ξεμπλοκάρει πράξεις. Ταυτόχρονα όμως, στέλνει το γνωστό μήνυμα ότι στην Κύπρο οι παραβάσεις δεν τιμωρούνται αλλά διαχειρίζονται, μέχρι να έρθει η επόμενη ρύθμιση.
Σε αυτό το σκηνικό ταιριάζει και η πρακτική των μη διώξεων για λόγους «δημοσίου συμφέροντος». Ο Γενικός Εισαγγελέας έχει το συνταγματικό προνόμιο να διακόπτει διώξεις. Θεμιτό, εφόσον ασκείται με φειδώ και διαφάνεια. Το πρόβλημα είναι πως οι πολίτες σπάνια καταλαβαίνουν ποιο ακριβώς δημόσιο συμφέρον υπηρετήθηκε. Οι αποφάσεις αυτές συνήθως μένουν χωρίς σαφή, δημοσιοποιημένη αιτιολογία. Έτσι γεννιέται ένα αίσθημα άνισης μεταχείρισης.
Στον δημόσιο τομέα η κατάχρηση των αδειών ασθενείας έχει γίνει σχεδόν έθιμο. Η άδεια που υπάρχει για να προστατεύει τον εργαζόμενο μετατράπηκε σε «δικαίωμα» βολικής απουσίας. Ιατρικά πιστοποιητικά μοιράζονται σαν κουπόνια σούπερ μάρκετ, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί σφυρίζουν σχεδόν αδιάφορα καταγράφοντας απλώς το φαινόμενο και οι πειθαρχικές συνέπειες σπανίζουν. Το αποτέλεσμα το πληρώνει ο πολίτης με καθυστερήσεις, κλειστά γραφεία και υπηρεσίες δύο ταχυτήτων. Η λύση δεν είναι τιμωρητική υστερία. Είναι η σοβαρή επιθεώρηση, η ηλεκτρονική ιχνηλάτηση αδειών, τυχαίοι έλεγχοι από ιατροσυμβούλια, υπηρεσιακή αξιολόγηση που να έχει ουσία και ένα καθαρό μήνυμα ότι η κατάχρηση δεν είναι ανώδυνη.
Η ουσία παραμένει. Όταν οι κανόνες εφαρμόζονται αποσπασματικά και με δισταγμό, οι παραβάτες αισθάνονται δικαιωμένοι και οι νομοταγείς ηλίθιοι.
Όλα αυτά συνδέονται με έναν αθώο μύθο. Ότι η ανοχή είναι μεγαλοψυχία. Δεν είναι. Είναι παραίτηση. Η Πολιτεία οφείλει να λέει τι ισχύει, να το εφαρμόζει και να εξηγεί όταν παρεκκλίνει. Στην ταχύτητα, δεν υπάρχουν «μυστικά» όρια. Στη δικαιοσύνη, δεν υπάρχουν «μυστικοί» λόγοι. Στις άδειες, δεν υπάρχουν «μυστικοί» κανόνες.
Αν θέλουμε ένα κράτος που να το παίρνουμε στα σοβαρά, πρέπει πρώτα εκείνο να πάρει στα σοβαρά τον εαυτό του. Καθαροί κανόνες, καθαρές εξηγήσεις, καθαρή ευθύνη. Από τα 100 και τα 120 μέχρι το «δημόσιο συμφέρον» και την άδεια ασθενείας, το ζητούμενο είναι ένα. Να μη ζούμε στη χώρα της εξαίρεσης, αλλά στη Δημοκρατία του κανόνα.

























