Του Πατριάρχη
Η απαίτηση του Τραμπ να «κάνει εκλογές» ο Ζελένσκι, την ώρα που η Ουκρανία βρίσκεται υπό στρατιωτικό νόμο και δέχεται καθημερινά πυραυλικά πλήγματα, δεν είναι απλώς άκομψη. Είναι πολιτικά ανεύθυνη και επικοινωνιακά χρήσιμη μόνο για έναν αποδέκτη… το Κρεμλίνο. Ειδικά όταν αυτή η απαίτηση διατυπώνεται ως μομφή για «έλλειμμα δημοκρατίας», αναπαράγει το αγαπημένο ρωσικό αφήγημα περί «παράνομου Κιέβου» και μετατρέπει το θύμα σε κατηγορούμενο.
Πρώτον, υπάρχει το νομικό και συνταγματικό πλαίσιο. Η ίδια η ουκρανική έννομη τάξη προβλέπει ότι υπό στρατιωτικό νόμο δεν μπορούν να διεξαχθούν εκλογές, ενώ η συνταγματική απαγόρευση είναι ρητή τουλάχιστον για τις βουλευτικές εκλογές και η ειδική νομοθεσία για το καθεστώς του στρατιωτικού νόμου απαγορεύει την διεξαγωγή προεδρικών, κοινοβουλευτικών και τοπικών εκλογών. Δεν είναι επινόηση του Ζελένσκι, ούτε τέχνασμα για παράταση εξουσίας, αλλά κανόνας συνέχειας του κράτους σε συνθήκες πολέμου, που έχει αναγνωριστεί και από ευρωπαϊκές θεσμικές αναλύσεις. Άλλωστε, εκλογές θα είχαν γίνει αν ο Πούτιν δεν διενεργούσε εισβολή. Συνεπώς ο μόνος λόγος που δεν έγιναν εκλογές είναι η ίδια η Ρωσία.
Δεύτερον, υπάρχει το πρακτικό θέμα. Εκλογές δεν είναι ένα κουτί με κάλπες που το στήνεις σε μια πλατεία. Θέλουν ασφάλεια, ίση πρόσβαση, εκστρατεία χωρίς φόβο, διαφανή καταμέτρηση, λειτουργικά εκλογικά τμήματα, δικαστική εποπτεία, παρατηρητές. Πώς εξασφαλίζονται αυτά όταν πέφτουν ρουκέτες σε ενεργειακές υποδομές, όταν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες υπηρετούν στο μέτωπο, όταν εκατομμύρια βρίσκονται στο εξωτερικό ως πρόσφυγες και άλλοι τόσοι έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας; Και πώς γίνεται σοβαρή εκκαθάριση εκλογικών καταλόγων, όταν υπάρχουν νεκροί, αγνοούμενοι, εγκλωβισμένοι, καθώς και πολίτες στις κατεχόμενες περιοχές που δεν μπορούν να ψηφίσουν με ελευθερία; Ακόμη και στελέχη της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής έχουν εξηγήσει ότι το ισχύον πλαίσιο δεν επιτρέπει εκλογές υπό στρατιωτικό νόμο χωρίς βαθιές νομικές και λειτουργικές αλλαγές.
Τρίτον, υπάρχει η κραυγαλέα αντίφαση. Από την αμυνόμενη Ουκρανία ζητείται «δημοκρατική κανονικότητα» εν μέσω αμυντικού πολέμου, αλλά για την επιτιθέμενη Ρωσία η συζήτηση σταματά εκεί που αρχίζει η πραγματικότητα. Στη Ρωσία οι εκλογές έχουν καταγγελθεί διεθνώς ως μη ελεύθερες και μη δίκαιες, μέσα σε ένα περιβάλλον καταστολής και εκφοβισμού, με την αντιπολίτευση στραγγαλισμένη και με συμβολικές μορφές της να καταλήγουν στη φυλακή ή να πεθαίνουν σε Γκούλανγκ, αν δεν έχουν πεθάνει από «τσάι», πτώση από παράθυρο ή σφαίρες. Και όμως, κανείς δεν απαιτεί από τον Πούτιν να αποδείξει δημοκρατική νομιμοποίηση με όρους που θα ίσχυαν σε μια ευρωπαϊκή χώρα.
Το ζήτημα δεν είναι αν η Ουκρανία πρέπει να κάνει εκλογές. Προφανώς και πρέπει, όπως κάθε δημοκρατία. Το ζήτημα είναι πότε και υπό ποιες εγγυήσεις. Εκλογές χωρίς ισοτιμία και ασφάλεια θα ήταν μια παράσταση που θα άνοιγε ρωγμές στο εσωτερικό μέτωπο και θα έδινε στη Μόσχα το καλύτερο εργαλείο αποσταθεροποίησης. Δεν είναι τυχαίο ότι ουκρανικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών έχουν ζητήσει από τους εταίρους να επικεντρωθούν στην ασφάλεια και στην άμυνα, όχι σε μια κάλπη που θα στηθεί πάνω σε συντρίμμια.
Αν η Δύση θέλει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων με σοβαρότητα, οφείλει να προστατεύσει την ουκρανική δημοκρατία από την ευκολία των συνθημάτων. Η δημοκρατία δεν μετριέται με εκβιαστικές απαιτήσεις, αλλά με το αν οι πολίτες μπορούν να ψηφίσουν χωρίς να κοιτούν τον ουρανό για drones.

























