Κινδυνεύουμε περισσότερο από το Ιράν από ότι απ’ την Τουρκία;

Του Πατριάρχη

Τα τελευταία 24ωρα ζούμε εκείνες τις καταστάσεις που δοκιμάζουν τα νεύρα μας, τους θεσμούς και την στοιχειώδη οργάνωση του κράτους. Η επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν έσπρωξε την περιοχή σε επικίνδυνη τροχιά και η Κύπρος, χωρίς να εμπλέκεται στις πολεμικές επιχειρήσεις, βρέθηκε να μετρά τα χιλιόμετρα και βεληνεκές από τις συστοιχίες εκτόξευσης πυραύλων στο Ιράν. Όχι επειδή το επέλεξε, αλλά επειδή η γεωγραφία δεν ζητά άδεια και οι Βρετανικές Βάσεις αποτελούν μόνιμο μαγνήτη για όποιον θέλει να στείλει «μήνυμα» προς τη Δύση. Η ανησυχία είναι λογική, όπως λογικά είναι και τα μέτρα, έστω κι αν σε κάποιες λεπτομέρειες φάνηκαν αργοπορημένα, όπως η ενεργοποίηση συστήματος προειδοποίησης με γραπτά μηνύματα και οι οδηγίες αυτοπροστασίας που παρουσιάστηκαν μέσα στο κλίμα της πίεσης που δημιουργήθηκε από τα γεγονότα.

Ξαφνικά, είδαμε κινητικότητα που θυμίζει πολεμική εγρήγορση. Ελληνικές ναυτικές μονάδες κατέπλευσαν στην Κύπρο, με τις φρεγάτες «Κίμων» και «Ψαρά» στη Λεμεσό, ενώ τέσσερα μαχητικά αεροσκάφη τύπου F-16 Viper σταθμεύουν στην Αεροπορική Βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο. Παράλληλα, στη δημόσια συζήτηση «πνιγήκαμε» στα σενάρια για «ομπρέλες» αντιαεροπορικής κάλυψης και πιθανές πολυεθνικές δράσεις, με αναφορές και στη γαλλική συνδρομή ή και την ενδεχόμενη άφιξη δυνάμεων από άλλες χώρες. Όλα αυτά έχουν μια αξία, όχι επειδή μετατρέπουν την Κύπρο σε φρούριο, αλλά επειδή στέλνουν σήμα αποτροπής, ιδίως μετά το πλήγμα με drone στη βάση Ακρωτηρίου και τα σενάρια για εμπλοκή δικτύων που συνδέονται με το Ιράν όπως η Χεζμπολάχ.

Εδώ όμως προκύπτει ένα ερώτημα το οποίο δεν είναι ούτε θεωρητικό ούτε ρητορικό. Αν για τον κίνδυνο από ένα drone ή έναν πύραυλο που μπορεί να εκτοξευθεί από εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά κινητοποιούμαστε με πρωτόγνωρους ρυθμούς, πώς γίνεται να ζούμε επί 52 χρόνια με δεκάδες χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες λίγα μέτρα από τις αυλές μας και να το βιώνουμε περίπου ως κανονικότητα; Πώς συμβιβάζεται η σημερινή νευρικότητα για το Ιράν με τον άτυπο συμβιβασμό με ένα ψευδοκράτος, όταν ο κατοχικός στρατός διαθέτει μέσα και οπλικά συστήματα που μπορούν να πλήξουν κάθε γωνιά των ελεύθερων περιοχών χωρίς καν να σηκωθεί ένας στρατηγός από την καρέκλα του;

Η απάντηση, αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι, δεν είναι μία. Είναι μίγμα συνήθειας, πολιτικής πλαδαρότητας δεκαετιών και μιας κουλτούρας «διαχείρισης» αντί πραγματικής στρατηγικής. Με το Ιράν νιώθουμε ότι το γεγονός είναι έκτακτο, άρα απαιτεί άμεση αντίδραση. Με την Τουρκία νιώθουμε ότι το γεγονός είναι μόνιμο, άρα επιτρέπεται να το παρκάρουμε στη ρουτίνα, να το αφήνουμε στην άκρη μέχρι την επόμενη επέτειο ή την επόμενη πρόκληση, σαν να πρόκειται για μετεωρολογικό φαινόμενο και όχι για κατοχή.

Κάποτε όμως οι παραδοξότητες τελειώνουν και ζητούν λογαριασμό. Αν η Κύπρος μπορεί μέσα σε ώρες να στήσει μηχανισμούς ενημέρωσης, να υποδεχθεί αεροναυτικές δυνάμεις, να συγχρονίσει υπηρεσίες και να ασχοληθεί με την ασφάλεια, τότε οφείλει να το κάνει και για τον υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνο που βρίσκεται έξω από το παράθυρο μας. Όλα αυτά όχι για να παριστάνουμε τους πολεμοχαρείς, αλλά για να πάψουμε να είμαστε το νησί που τρέμει το απρόβλεπτο και έχει συμφιλιωθεί με το απαράδεκτο.