Του Πατριάρχη
Η ελευθερία της άποψης δοκιμάζεται όχι όταν συμφωνούμε, αλλά όταν διαφωνούμε. Εκεί φαίνεται αν πρόκειται για αξία ή για διακοσμητική ταμπέλα. Τα τελευταία χρόνια, ιδίως στη δημόσια σφαίρα των κοινωνικών δικτύων, ξεφύτρωσε μια κατηγορία αυτόκλητων κηδεμόνων που υπερασπίζονται την ελευθερία μόνο για τους ομοϊδεάτες τους. Στήνουν ιδεολογικά τελωνεία, ελέγχουν διαβατήρια σκέψης και σφραγίζουν τη διέλευση μόνον όσων περνούν από το δικό τους γλωσσάρι. Οι υπόλοιποι οδηγούνται στη γωνία με ταμπέλες που αλλάζουν ανάλογα με τη μόδα, μα η ουσία μένει ίδια. Σιωπή.
Στην Κύπρο, όπου η μνήμη της βίας και της κατοχής θα έπρεπε να μας έχει διδάξει την αξία του ανοιχτού διαλόγου, βλέπουμε συχνά μια νευρική αστυνομία ορθότητας να καταγγέλλει, να λοιδορεί, να μεθοδεύει ψηφιακά λιντσαρίσματα. Κάποιοι θεωρούν δικαίωμά τους να υποστηρίζουν αυταρχικά καθεστώτα, πρόθυμοι να κλείσουν τα μάτια σε φυλακές αντιφρονούντων, σε πυραύλους κατά αμάχων, σε κρατικές δολοφονίες, αρκεί οι θύτες να είναι της «δικής» τους πλευράς και να εδρεύουν σε μια Μέκκα που έχει σβήσει. Και την ίδια στιγμή απαιτούν φίμωση όσων αποκαλύπτουν αυτή τη χυδαία αντιστροφή των εννοιών. Η βία βαπτίζεται «αντίσταση», ο εκβιασμός «ακτιβισμός», η προπαγάνδα «πληροφόρηση». Έτσι στήνεται το θέατρο του παραλόγου.
Η ελευθερία του λόγου δεν είναι άδεια για συκοφαντία ούτε συγχωροχάρτι για ρητορική μίσους και χυδαιότητα. Το Σύνταγμα και οι διεθνείς μας δεσμεύσεις οριοθετούν καθαρά την υποκίνηση σε βία και το έγκλημα. Όμως άλλο η τιμωρία της βίας και άλλο η ποινικοποίηση της διαφορετικής γνώμης. Όταν οι διακομιστές της μίας αλήθειας γίνονται και δικαστές και δήμιοι, η κοινωνία καταλήγει να φοβάται τη σκέψη της. Κλείνουμε στόματα και ανοίγουμε δρόμους στους πραγματικούς φανατικούς που ευδοκιμούν στη σκιά της αυτολογοκρισίας.
Η κυπριακή δημόσια ζωή έχει παραδείγματα που η άποψη που δεν ταυτίζεται με αυτήν του όχλου και των άδειων τενεκέδων που βγάζουν πιο ηχηρό ήχο, έγιναν αφορμή για παρελάσεις αγανάκτησης. Όμως ο ρόλος της δημοσιογραφίας δεν είναι η συμφωνία με τον όχλο. Όποιος θέλει μόνο ευγενικά χειροκροτήματα ας αναζητήσει τις δημόσιες σχέσεις. Η δημοκρατία αντέχει τη φωνή που δεν μας αρέσει, αλλιώς δεν είναι δημοκρατία. Το ξέρουμε καλά σε έναν τόπο που έζησε στο πετσί του την επιβολή της σιωπής από τον ισχυρό. Η ανοχή στην κριτική δεν είναι αδυναμία. Είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης μιας κοινωνίας που πιστεύει στην αλήθεια της.
Δεν υπάρχει «καλή» και «κακή» φίμωση. Υπάρχει φίμωση. Και όσοι σήμερα την ζητούν για τον αντίπαλο, αύριο θα τη βρουν μπροστά τους. Η λύση δεν είναι να κλείνουμε στόματα, αλλά να αντιμετωπίζουμε αυτά που ξεβράζουν όταν διαγωνίζονται σε κραυγές και σαχλαμάρες. Ελλείψει επιχειρημάτων επιλέγουν τα συνθήματα και αντί τεκμηρίων τις ταμπέλες.
Απαιτείται σεβασμός στον αντίλογο αντί για οργανωμένες εκστρατείες σπίλωσης και φίμωσης. Χρειαζόμαστε λιγότερους ιεροεξεταστές και περισσότερους πρόθυμους να ακούσουν, να διαβάσουν, να σκεφτούν. Η ελευθερία της άποψης δεν είναι προνόμιο των «δικών μας». Είναι το οξυγόνο όλων. Και όποιος το μοιράζει με το σταγονόμετρο, στο τέλος πνίγει και τους άλλους και τον εαυτό του.

























