Κυπριωτισμός: Η μίζερη έκφανση κρατικής παρθενογένεσης

Του Πατριάρχη

Στη Λεμεσό, πριν από έναν αγώνα μπάσκετ, ακούστηκε ένας εθνικός ύμνος και το στάδιο σηκώθηκε όρθιο. Η εικόνα δεν είχε τίποτα το αινιγματικό. Η Κύπρος και η Ελλάδα, μοιράζονται ιστορικά σύμβολα και μια κοινή πολιτισμική ρίζα που δεν χρειάζεται επεξηγήσεις.
Η συζήτηση που ακολούθησε είναι σχεδόν σουρεαλιστική και είχε ως αφορμή την αναφορά του κυβερνητικού εκπροσώπου, Κωνσταντίνου Λετυμπιώτη, σε κοινή εθνική καταγωγή. Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν τον γνωστό μίζερο δρόμο τους. Βιαστικές καταδίκες, εύκολες ταμπέλες και πρόθυμες παρεξηγήσεις που ψάχνουν πάντα μια αφορμή.

Το ερώτημα είναι απλό. Είναι μυστικό ότι οι Ελληνοκύπριοι είναι μέρος του ελληνισμού και οι Τουρκοκύπριοι ανήκουν στο τουρκικό έθνος, ενώ μοιράζονται το ίδιο κράτος; Προφανώς όχι. Αυτή είναι η πραγματικότητα του νησιού από τη γέννηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Σύνταγμα αναγνωρίζει δύο κοινότητες με δικές τους γλωσσικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές αναφορές. Αυτό δεν μειώνει βεβαίως το κύρος του κράτους. Το ενισχύει, όταν το κράτος λειτουργεί ως στέγη που προστατεύει ίσα δικαιώματα χωρίς να απαιτεί από κανέναν να σβήσει τη μνήμη του.

Η απαίτηση μιας μικρής αλλά θορυβώδους ομάδας να οριστεί ο «κυπριωτισμός» ως φίλτρο που καθαρίζει κάθε αναφορά σε Ελλάδα ή Τουρκία δεν υπηρετεί τη συμφιλίωση. Δημιουργεί μια ιδεολογική κατασκευή που αγνοεί την κοινωνιολογία του τόπου. Η ταυτότητα δεν είναι διοικητική σφραγίδα, αλλά είναι βίωμα που διαμορφώνεται στο σπίτι, στο σχολείο και στη γλώσσα που σκεφτόμαστε. Όταν την πιέζεις να χωρέσει σε κάποιο στενό καλούπι, δεν πετυχαίνεις συναίνεση αλλά παράγεις αντίδραση και περιττές εντάσεις.
Ακόμη και με λυμένο το Κυπριακό, οι κοινότητες δεν θα χάσουν την εθνική τους υπόσταση. Θα μοιράζονται μεν, θεσμούς και ευθύνη, αλλά όχι και ενιαίο πολιτισμικό υπόβαθρο. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι κράτη με ισχυρές περιφερειακές ή εθνοτικές ταυτότητες λειτουργούν καλύτερα όταν σέβονται τις διαφορές και τις εντάσσουν σε ένα κοινό συμβόλαιο. Το πρόβλημα δεν είναι οι ύμνοι, οι σημαίες ή τα μνημεία. Το πρόβλημα είναι η εμμονή να υποκαθιστούμε την ουσία με συμβολικούς καυγάδες, λες και το μέλλον του τόπου θα κριθεί αν θα καταγραφεί μια λέξη σε μια ανάρτηση.

Η λύση του Κυπριακού, δεν σημαίνει εξαφάνιση ταυτοτήτων, αλλά συνύπαρξη με σεβασμό. Όμως, το αφήγημα του κυπριωτισμού επιμένει να παρουσιάζει την ελληνική μας ρίζα ως απειλή. Γιατί; Επειδή χαλάει το «πολιτικά ορθό» σενάριο που θέλει την Κύπρο ένα ουδέτερο νησί, χωρίς ιστορική μνήμη. Αυτή η μιζέρια και αυτή η αυτολογοκρισία, είναι που μας κρατάει πίσω. Σε μια εποχή που ο κόσμος γύρω μας αλλάζει, με γεωπολιτικές εντάσεις και νέες προκλήσεις, η ενότητα με την Ελλάδα δεν είναι εθνικό βίτσιο, είναι ανάγκη

Ένας ύμνος δεν διχάζει. Οι μικρές ιδεολογικές ιεροεξεταστικές νοοτροπίες διχάζουν. Η κυπριακή κοινωνία έχει αρκετή ωριμότητα για να τιμά τα σύμβολά της χωρίς να νιώθει ότι απειλείται. Το ζητούμενο είναι να μιλήσουμε καθαρά για το κοινό μας μέλλον, αφήνοντας στην άκρη τις τεχνητές ενοχές και την επίδειξη μιζέριας. Η Δημοκρατία δεν λειτουργεί για να πνίγει τη μνήμη, αλλά να την αναγνωρίζει και να την εντάσσει στην κοινή συμβίωση.

Στη Λεμεσό δεν αποκαλύφθηκε τίποτα. Επιβεβαιώθηκε κάτι που ξέρουμε όλοι μας.