Όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους (στη Συρία)

Του Πατριάρχη

Η απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας να στείλει πίσω στη Συρία πέντε παραβατικούς ασυνόδευτους ανήλικους, είναι μια κίνηση που προκαλεί ικανοποίηση, αλλά και αντιδράσεις από τους γνωστούς κύκλους.

Ταυτόχρονα επαναφέρει στο προσκήνιο στην συζήτηση σχετικά με τις ευθύνες της πολιτείας και τα όρια της φιλοξενίας σε μια εποχή κρίσεων. Αν και ορισμένοι αντιμετωπίζουν την επιστροφή αυτών των νεαρών στη χώρα τους, ως απαραίτητο βήμα για την αποκατάσταση της τάξης και της ασφάλειας στην κοινωνία, άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι μια κίνηση που ενέχει κινδύνους, χωρίς να λύνει τα βαθύτερα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που προκύπτουν από την παρατεταμένη παραμονή Σύρων προσφύγων στην Κύπρο. Μόλις σήμερα το πρωί, είχαμε άλλο επεισόδιο με 50 Σύρους που ήρθα στα χέρια με ρόπαλα και γροθιές. Την περασμένη εβδομάδα, άλλοι συμπατριώτες τους απήγαγαν και βασάνισαν δύο νεαρούς…και δεν περνάει ημέρα που να μην έχουμε κάποιο συμβάν παραβατικότητας και εγκληματικότητας με αλλοδαπούς από τη Συρία.

Τα τελευταία χρόνια, η Κύπρος έχει βρεθεί αντιμέτωπη με τον αυξανόμενο αριθμό προσφύγων από τη Συρία, πολλοί από τους οποίους καταφεύγουν στο νησί για να ξεφύγουν από τον πόλεμο και τις βίαιες συγκρούσεις στην πατρίδα τους. Αν και οι περισσότεροι από αυτούς φτάνουν στην Κύπρο με καθεστώς προσωρινής προστασίας ή πολιτικού ασύλου, μια μερίδα τους δεν έχει καταφέρει να αποδεχθεί τις κοινωνικές και οικονομικές δομές της χώρας. Αντιθέτως, πολλοί εκ των Σύρων που παραμένουν στο νησί, είτε συμμετέχοντας στα κυκλώματα παράνομης μετανάστευσης είτε λόγω άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων, έχουν ενσωματωθεί στον κυπριακό υπόκοσμο, συμμετέχοντας σε ομάδες οργανωμένου εγκλήματος και αυξάνοντας τη γενικότερη ανησυχία για τη δημόσια ασφάλεια.

Ανάμεσα σε αυτούς, δεν είναι λίγοι και οι ασυνόδευτοι ανήλικοι. Τα τελευταία χρόνια, η παρουσία ανήλικων προσφύγων, πολλοί εκ των οποίων παραμένουν χωρίς την υποστήριξη οικογενειών ή κοντινών προσώπων, έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην κοινωνία. Ορισμένοι από αυτούς, δυστυχώς, έχουν εμπλακεί σε εγκληματικές ενέργειες, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών. Η απόφαση για επιστροφή τους στη Συρία αναμφίβολα εγείρει ηθικά και πολιτικά ερωτήματα, ωστόσο δεν παύει να αποτελεί μια σοβαρή ένδειξη πως η φιλοξενία και η προστασία των προσφύγων δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, ούτε να συνοδεύεται από ατιμωρησία για εγκληματικές ενέργειες.

Ο πόλεμος στη Συρία έχει, για πρακτικούς λόγους, τελειώσει, παρά την συνέχιση των εσωτερικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων σε ορισμένες περιοχές. Η Κύπρος, ως μέλος της ΕΕ, έχει υποχρέωση να παρέχει προσωρινή προστασία στους πρόσφυγες, ωστόσο αυτό το καθεστώς πρέπει να έχει όρια. Όταν οι συνθήκες στην πατρίδα των προσφύγων δεν δικαιολογούν πλέον την ανάγκη για προστασία, τότε είναι εύλογο να τεθεί το ζήτημα της επιστροφής. Η Κύπρος δεν μπορεί να συνεχίζει να φιλοξενεί άτομα που εκμεταλλεύονται τη φιλοξενία και ενσωματώνονται σε κύκλους παρανομίας, ενώ ταυτόχρονα δεν διατρέχουν πραγματικό κίνδυνο από τις συγκρούσεις στη πατρίδα τους.

Αυτό που απαιτείται είναι να εξεταστούν όλες οι περιπτώσεις και να διασφαλιστεί ότι η επιστροφή των προσφύγων θα πραγματοποιείται με διαφανή τρόπο και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η προσωρινή προστασία πρέπει να εξετάζεται ανά τακτά διαστήματα και να ανανεώνεται μόνο σε περιπτώσεις που υπάρχουν σαφείς ενδείξεις κινδύνου για τη ζωή των προσφύγων. Για όσους δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, η επιστροφή στη χώρα τους είναι μονόδρομος.

Η επιστροφή των παραβατικών ανηλίκων στη Συρία μπορεί να είναι το πρώτο βήμα, αλλά δεν πρέπει να αποτελεί και την τελευταία πράξη στην αντιμετώπιση του ζητήματος των παράνομων μεταναστών και των προσφύγων που δημιουργούν προβλήματα στην Κύπρο. Η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να ενισχύσει τα μέτρα ελέγχου και να επιμείνει στη διασφάλιση της τάξης και της ασφάλειας. Η προστασία και η φιλοξενία των προσφύγων δεν σημαίνει παραίτηση από το δικαίωμα της πολιτείας να προασπίζει την ασφάλεια των πολιτών της.

Ο αγώνας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των προσφύγων πρέπει να είναι ισχυρός, αλλά δεν μπορεί να γίνει σε βάρος της κοινωνικής συνοχής και της ασφάλειας. Εν τέλει, οι αποφάσεις πρέπει να ληφθούν με γνώμονα την ισορροπία μεταξύ ανθρωπιστικών αρχών και κοινωνικής ασφάλειας, διότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε σε κανέναν να εκμεταλλεύεται τη φιλοξενία της Κύπρου και να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή και την ευημερία των πολιτών της.