Η έρευνα άρχισε με αυτογκόλ

Του Πατριάρχη

Η υπόθεση του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς για το βιβλίο «Κράτος Μαφία» είναι από εκείνες που δεν αφήνουν περιθώριο για πρόχειρους χειρισμούς και δουλειές του ποδαριού. Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη διοικητική διαδικασία, ούτε για ακόμη μία επιτροπή που θα γράψει μερικές σελίδες που θα καταχωνιαστούν σε κάποιο συρτάρι. Μιλάμε για ποινική διερεύνηση ευρημάτων που αγγίζουν πρώην Πρόεδρο, κόμματα, κρατικούς θεσμούς, πολιτικές διαδρομές, οικονομικά συμφέροντα και μια ολόκληρη περίοδο της δημόσιας ζωής.

Ακριβώς γι’ αυτό, ο διορισμός των πέντε ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών έπρεπε να γίνει με χειρουργική προσοχή. Αντί γι’ αυτό, η διαδικασία ξεκίνησε με ένα θεσμικό παραπάτημα που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με μια στοιχειώδη έρευνα πέντε λεπτών. Και όταν λέω πέντε λεπτών, δεν υπερβάλλω. Δεν χρειαζόταν ούτε η ΚΥΠ, ούτε κάποιος ειδικός αλγόριθμος, ούτε βεβαίως προφητικό χάρισμα για να εντοπιστεί το λάθος. Μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο θα έδειχνε ότι ο καθηγητής Χρίστος Μυλωνόπουλος είχε εκπροσωπήσει στο παρελθόν τον Μιχάλη Ζολώτα σε διαδικασία που αφορούσε την υπόθεση Focus.

Το ζήτημα δεν είναι αν ο Χ. Μυλωνόπουλος είναι καλός νομικός. Προφανώς και είναι και δεν αμφισβητείται η ακαδημαϊκή και επαγγελματική του επάρκεια. Δεν διορίζεις όμως έναν άνθρωπο σε μια τόσο ευαίσθητη ποινική έρευνα και μετά λες ότι θα απέχει από ένα μέρος της έρευνας που υπάρχει πρόβλημα. Η ανεξαρτησία και η αμεροληψία δεν λειτουργούν με ημίμετρα. Δεν είναι κουρτίνα να την τραβάς λίγο δεξιά ή αριστερά για να μη φαίνεται το μισό δωμάτιο. Όταν υπάρχει κώλυμα, υπάρχει κώλυμα και όταν υπάρχει προηγούμενη σχέση με πρόσωπο που συνδέεται με την υπό διερεύνηση υπόθεση, η συμμετοχή στην ομάδα πλήττει από την αρχή την αξιοπιστία της διαδικασίας.

Ακόμη πιο σοβαρό είναι το πολιτικό σκέλος. Το Υπουργικό Συμβούλιο είχε καθήκον να ελέγξει. Όχι τυπικά, αλλά πραγματικά. Όταν διορίζεις ποινικούς ανακριτές για μια υπόθεση που ήδη προκαλεί καχυποψία, το πρώτο σου μέλημα είναι να μην προσθέσεις κι άλλη. Αν ο επικεφαλής της ομάδας εισηγήθηκε τον Χ. Μυλωνόπουλο, το πρόβλημα είναι επίσης ουσιαστικό. Αν γνώριζε το κώλυμα, δεν έπρεπε να τον εισηγηθεί και αν δεν το γνώριζε, όφειλε να το γνωρίζει. Σε τέτοιες υποθέσεις, η επίκληση άγνοιας δεν αποτελεί πειστική δικαιολογία, αλλά ένδειξη κακής προετοιμασίας.
Η αρχική λύση της «αποχής» από το κομμάτι της Focus ήταν χειρότερη από το ίδιο το πρόβλημα. Έδινε την εντύπωση προσπάθειας να «θεραπευθεί» η γάγγραινα με επίδεσμο. Η μεταγενέστερη παραίτηση Μυλωνόπουλου, όσο κι αν παρουσιάζεται ως πράξη θεσμικής ευαισθησίας, στην πράξη αποτελεί παραδοχή ότι το πρόβλημα υπήρχε, αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος παραίτησης. Οι θεσμοί δεν σώζονται με διατυπώσεις, αλλά με καθαρές αποφάσεις στην ώρα τους.

Το χειρότερο θα ήταν τώρα να χαθεί η ουσία μέσα σε αυτό τον αχταρμά αστοχιών. Η ποινική διερεύνηση πρέπει να προχωρήσει σοβαρά, γρήγορα και χωρίς άλλες γκάφες. Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς δεν μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο πειραματισμών, ούτε σε άσκηση δημοσίων σχέσεων. Οι πολίτες δεν περιμένουν τελειότητα. Περιμένουν όμως σοβαρότητα και η σοβαρότητα σε μια τέτοια υπόθεση ξεκινά από τα αυτονόητα. Καθαρές επιλογές, καθαροί ρόλοι και καθαρή διαδικασία.

Η παραίτηση Μυλωνόπουλου και η αντικατάσταση του από τον καθηγητή Ηλία Αναγνωστόπουλο, διόρθωσε ένα λάθος, αλλά δεν διαγράφει τον ερασιτεχνισμό που προηγήθηκε. Το Υπουργικό Συμβούλιο είναι εκτεθειμένο, όχι επειδή έκανε έναν διορισμό που αμφισβητήθηκε, αλλά επειδή άφησε να δημιουργηθεί αμφιβολία. Από εδώ και πέρα, ευχόμαστε να μη δούμε άλλα παρατράγουδα, γιατί η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή για να καταντήσει πρόβα θεσμικής οπερέτας.