Κράτος, μπάτλερ των ολιγαρχών και η διαχρονική μας κατάντια

Του Πατριάρχη

Δώδεκα χρόνια μετά τη σύλληψη της Ελένα Ριμπολόβλεβα στη Λάρνακα, το «χρυσό διαζύγιο» ενός Ρώσου δισεκατομμυριούχου επέστρεψε στην επικαιρότητα με τρόπο που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί το 2014. Το πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για το βιβλίο «Κράτος Μαφία» του Μακάριου Δρουσιώτη δεν περιορίζεται σε έναν αξιωματούχο ή σε ένα παράπτωμα. Σκιαγραφεί μια αλυσίδα, από τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας μέχρι έναν αστυνομικό που, σύμφωνα με την έρευνα, παρακολουθούσε με αυτοκίνητο τη δικηγόρο και την ίδια την Ελένα Ριμπολόβλεβα καθ’ οδόν προς τη Ρωσική Πρεσβεία. Ανάμεσα στα δύο άκρα, μια ολόκληρη σειρά θεσμών φέρεται να τέθηκε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη διάθεση ενός ολιγάρχη για να εξυπηρετηθεί το προσωπικό του συμφέρον.

Τα όσα έγιναν γνωστά λειτούργησαν ως ένας αδυσώπητος προβολέας που φώτισε τα σκοτεινά υπόγεια ενός συστήματος, το οποίο, προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες και τα συμφέροντα των ισχυρών του χρήματος, δεν δίστασε να εκχωρήσει την αξιοπρέπεια της ίδιας της χώρας. Όταν ένα επίσημο πόρισμα καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια τη συντονισμένη συνεργασία ολόκληρης της κρατικής μηχανής, από την ανώτατη ηγεσία και τον Πρόεδρο μέχρι τις διωκτικές αρχές και την Αστυνομία, με μοναδικό σκοπό την εξυπηρέτηση ενός μεγιστάνα στις προσωπικές του δικαστικές διαμάχες για ένα διαζύγιο, τότε η συζήτηση παύει να αφορά ένα μεμονωμένο σκάνδαλο. Αφορά την ίδια την υπόσταση και την ποιότητα της δημοκρατίας μας.

Η κατάσταση αυτή φέρνει αναπόφευκτα στη μνήμη τη θλιβερή ιστορία του καταζητούμενου Τζο Λόου, ο οποίος είχε καταφέρει να κινητοποιήσει μέχρι και την τότε ηγεσία της Εκκλησίας (με το αζημίωτο) προκειμένου να εξασφαλίσει το πολυπόθητο κυπριακό διαβατήριο. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, όχι ως φάρσα, αλλά ως μια συνεχής τραγωδία θεσμικού ξεπεσμού. Οι ομοιότητες είναι σοκαριστικές και αναδεικνύουν μια βαθιά ριζωμένη νοοτροπία υποτέλειας απέναντι στο χρήμα, ανεξαρτήτως της προέλευσής του. Το κράτος, αντί να λειτουργεί ως εγγυητής της νομιμότητας και της ισονομίας, μετατρέπεται σε έναν πρόθυμο μπάτλερ, σε μια ανώνυμη εταιρεία παροχής διευκολύνσεων για εκλεκτούς πελάτες.

Η διαχρονική αυτή διολίσθηση θυμίζει έντονα τις περιγραφές του Θουκυδίδη στον διάλογο Μηλίων και Αθηναίων, όπου η ισχύς επιβάλλεται και το δίκαιο υποχωρεί, με τη διαφορά ότι στη δική μας περίπτωση το κράτος απεμπόλησε οικειοθελώς την κυριαρχία του προς όφελος των ξένων πορτοφολιών. Η μετατροπή των θεσμών σε εργαλεία εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών και δημιουργεί μια αίσθηση γενικευμένης απάθειας. Είναι η απόλυτη επικράτηση του κυνισμού, όπου οι νόμοι εφαρμόζονται με αυστηρότητα μόνο για τον απλό πολίτη, ενώ για αυτούς που έχουν το κατάλληλο οικονομικό εκτόπισμα γίνονται λάστιχο.

Γνωρίζοντας όλα αυτά τα γεγονότα και παρακολουθώντας την εξέλιξή τους, ο κάθε σκεπτόμενος πολίτης σε αυτό τον τόπο οδηγείται στο ίδιο αμείλικτο ερώτημα. Ζούμε τελικά σε ένα κανονικό, ευρωπαϊκό κράτος ή σε μια σύγχρονη μπανανία της Μεσογείου; Η απάντηση δυστυχώς δίνεται από τα ίδια τα γεγονότα. Ένα κανονικό κράτος διαθέτει στεγανά, έχει θεσμούς που λειτουργούν ως δικλείδες ασφαλείας στην αυθαιρεσία και δεν επιτρέπει την άλωση της δικαιοσύνης. Όταν όμως στήνεται ολόκληρη επιχείρηση για να συλληφθεί και να διασυρθεί μια γυναίκα και να εξυπηρετηθεί ένας Ρώσος ολιγάρχης, τότε η έννοια της κρατικής κυριαρχίας και της θεσμικής σοβαρότητας πάει περίπατο. Το πόρισμα δεν είναι δικαστική απόφαση και αυτό πρέπει να λέγεται. Όμως πολιτικά, η εικόνα είναι ήδη αποκαλυπτική, γιατί δείχνει ένα κράτος που για χρόνια πουλούσε δήθεν σοβαρότητα, κύρος και αξιοπιστία, ενώ στην πράξη λειτουργούσε σαν μεσάζοντας για πελάτες πολυτελείας.
Και μετά απορούμε γιατί οι πολίτες δεν εμπιστεύονται θεσμούς. Όταν βλέπουν τέτοιες υποθέσεις, τι ακριβώς να εμπιστευτούν; Την τύχη τους; Την ουρά στην υπηρεσία; Ή την ελπίδα ότι κάποτε θα γεννηθούν κι αυτοί Ρώσοι ολιγάρχες για να τους πάρει το κράτος στα σοβαρά;

Ζούμε, άραγε, σε ένα κράτος όπου οι θεσμοί υπηρετούν τον πολίτη, ή σε ένα κράτος όπου ο πολίτης παρακολουθεί, σαν θεατής, πώς οι θεσμοί υπηρετούν όσους έχουν την οικονομική δύναμη για να τους νοικιάσουν;