Η κάλπη δεν είναι διαγωνισμός ταλέντων

Του Πατριάρχη

Την επόμενη Κυριακή η Κύπρος ψηφίζει για νέα Βουλή. Όχι για νέο Μεσσία, όχι για σωτήρα με δαχτυλίδι εξουσίας, όχι για πρόεδρο μαθητικού συμβουλίου, ούτε για τον πιο ευφάνταστο παραγωγό συνθημάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ψηφίζει για 56 ανθρώπους που θα νομοθετούν, θα ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία, θα διαχειρίζονται θεσμική ευθύνη και θα έχουν λόγο σε αποφάσεις που δεν λύνονται με βιντεάκια, εμμονές, σύνδρομο εκδίκησης, θυμό και αυτοθαυμασμό. Στις βουλευτικές εκλογές συμμετέχουν 753 υποψήφιοι, και οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι είναι 568.587.

Αν κάποιος έκρινε την ποιότητα της δημοκρατίας από τον αριθμό των υποψηφίων, θα έπρεπε ήδη να έχουμε λύσει το Κυπριακό, να έχουμε μηδενίσει την ακρίβεια, να έχουμε καλύτερα σχολεία, καλύτερη Υγεία, καθαρότερες πόλεις και κράτος που λειτουργεί χωρίς να χρειάζεται ο πολίτης να προσφέρει τάμα στον Άγιο της Γραφειοκρατίας. Η πραγματικότητα είναι σαφώς πιο πεζή και λιγότερο ποιητική. Η πληθώρα υποψηφιοτήτων δεν σημαίνει πάντοτε πολιτική συμμετοχή. Συχνά σημαίνει προσωπική φιλοδοξία, σύγχυση ρόλων και την εντύπωση πως όποιος έχει λογαριασμό στο TikTok απέκτησε και πολιτική σκέψη.

Η προεκλογική εκστρατεία που ζήσαμε δεν ήταν τιμητική και για την Κύπρο και για εμάς. Ακούσαμε ανθρώπους να υπόσχονται πράγματα που δεν ανήκουν καν στις αρμοδιότητες της Βουλής, είδαμε υποψήφιους να μιλούν για οικονομία χωρίς αριθμούς, για Παιδεία χωρίς να γράφουν μια λέξη σωστά, για θεσμούς χωρίς σεβασμό, για διαφάνεια με ύφος εισαγγελέα και τεκμηρίωση καφενείου. Κάποιοι ανακάλυψαν τη σοβαρότητα όπως ο τουρίστας το Κολοσσαίο στη Ρώμη ή τον ψύκτη με το ανθρακούχο νερό στο Ευρωκοινοβούλιο.

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η άγνοια, γιατί η άγνοια διορθώνεται, αν συνοδεύεται από ταπεινότητα. Το πρόβλημα είναι η άγνοια με αυτοπεποίθηση η οποία είναι πραγματικό πολιτικό ατύχημα. Ο άνθρωπος που δεν ξέρει, αλλά ξέρει ότι δεν ξέρει, μπορεί να μάθει. Ο άνθρωπος που δεν ξέρει και θεωρεί την άγνοιά του απόδειξη αυθεντικότητας, είναι έτοιμος να νομοθετήσει πάνω στο κεφάλι μας με την ίδια άνεση που χιλιάδες άλλοι εμφανίζονται, στα ΜΚΔ ως προπονητές, στρατηγοί, λοιμωξιολόγοι, σεισμολόγοι κλπ

Η αντισυστημική ρητορική έγινε το φθηνότερο νόμισμα της αγοράς, φθηνότερο και από την τουρκική λίρα. Όλοι εναντίον όλων, όλοι «καθαροί», όλοι «νέοι», όλοι «ανεξάρτητοι», ακόμη και όταν πίσω τους σέρνουν παλιές νοοτροπίες, προσωπικές εμμονές και πολιτική ανευθυνότητα. Η Κύπρος πλήρωσε πολλές φορές την επιπολαιότητα και δεν έχει την πολυτέλεια να μετατρέψει τη Βουλή σε σκηνή πρόβας για πρόσωπα που συγχέουν τη δημοσιότητα με την πολιτική επάρκεια.
Αυτό δεν σημαίνει πως τα παλιά κόμματα δικαιούνται λευκή επιταγή. Κάθε άλλο. ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ και οι υπόλοιποι κομματικοί σχηματισμοί οφείλουν να αντιληφθούν ότι μεγάλο μέρος της δυσπιστίας δεν γεννήθηκε από το πουθενά. Τη γέννησαν καθυστερήσεις, αλαζονείες, μικροκομματισμοί, διευθετήσεις και η αίσθηση ότι αρκετοί θυμούνται τον πολίτη μόνο όταν πλησιάζει η κάλπη. Όμως η τιμωρία του παλιού δεν μπορεί να γίνεται με παράδοση της χώρας στο πρόχειρο, στο θολό και στο εξυπνακίστικο.

Την Κυριακή δεν ψηφίζουμε για να εκτονωθούμε. Ψηφίζουμε για να αναθέσουμε ευθύνη σε αυτούς που μπορούν να την αναλάβουν. Ο θυμός είναι κατανοητός, αλλά είναι κακός σύμβουλος όταν έρχεται η ώρα να μπει κάποιος στο παραβάν με το ψηφοδέλτιο. Η δημοκρατία δεν ζητά από τον πολίτη να είναι ενθουσιασμένος, του ζητά να είναι προσεκτικός. Να δει ποιος μιλά με γνώση, ποιος μιλά με σοβαρότητα, ποιος έχει συνέπεια, ποιος μπορεί να σταθεί σε μια επιτροπή της Βουλής χωρίς να νομίζει ότι βρίσκεται σε διαδικτυακό podcast.

Η κάλπη της επόμενης Κυριακής δεν θα λύσει όλα τα προβλήματα, μπορεί όμως να αποτρέψει καινούργια και για εμάς που καταφέρνουμε να περιπλέκουμε ακόμη και τα αυτονόητα, αυτό δεν είναι λίγο. Είναι ίσως το πρώτο βήμα για να θυμηθούμε ότι η πολιτική δεν είναι σκηνή αυτοπροβολής.