Του Πατριάρχη
Η απαξιωτική συμπεριφορά της Ειρήνης Χαραλαμπίδου έναντι της δημοσιογράφου Στέλλας Σάββα του Omega, δεν ήταν ένα καυγάς μεταξύ μιας πολιτικού και μιας δημοσιογράφου. Είναι μια μικρή, αλλά αποκαλυπτική σκηνή από ένα μεγαλύτερο έργο, στο οποίο αρκετοί πολιτικοί, σχολιαστές και αυτόκλητοι επιθεωρητές της δημόσιας ζωής, θεωρούν πως ο δημοσιογράφος υπάρχει για να τους διευκολύνει και να τους κάνει χώρο όταν περνούν. Αν δεν το κάνει, τότε ξαφνικά γίνεται. «δημοσιογραφίσκος», «ανήθικος», «πληρωμένος», «εμπαθής» ή «αδιάβαστος». Χαρακτηρισμοί που τους αντιμετωπίζουμε καθημερινώς ως πρακτική ευκολίας, για να μη ζορίζεται και πολύ η φαντασία.
Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι πολιτικοί, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν εκδηλώνονται πάντα δημόσια. Είναι πιο προσεκτικοί. Δεν θα βρίσουν εύκολα μπροστά στην κάμερα, δεν θα απειλήσουν στον αέρα, δεν θα δείξουν φανερά την ενόχλησή τους. Θα πάρουν όμως τηλέφωνο τον αρχισυντάκτη, τον διευθυντή ή τον ιδιοκτήτη του μέσου ενημέρωσης. Θα ζητήσουν, με το γνωστό ύφος του ανθρώπου που νομίζει ότι η δημοκρατία είναι θυρωρός της πολυκατοικίας του, να «επαναφερθεί στην τάξη» ο δημοσιογράφος που έκανε τη δουλειά του, γιατί ρώτησε, επέμεινε, ενόχλησε ή αμφισβήτησε.
Ακόμα χειρότερη είναι η κατάσταση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί κυκλοφορεί μια νέα φυλή παντογνωστών, που παραδίδει καθημερινά μαθήματα δημοσιογραφίας, δεοντολογίας, ήθους, ύφους και συμπεριφοράς. Άνθρωποι που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν την είδηση από τη φήμη, το σχόλιο από γεγονός και την ερώτηση από την επίθεση, αποφασίζουν ποιος είναι καλός δημοσιογράφος και ποιος πρέπει να εξαφανιστεί από τον δημόσιο λόγο. Βρίζουν, υποτιμούν, απειλούν και ύστερα απαιτούν ευγένεια. Θέλουν δηλαδή να βρίζουν και να τους απαντούν με το «σεις και με το σας».
Σε αυτή την εικόνα έχουν ευθύνη και οι θεσμικοί φορείς του χώρου. Η Ένωση Συντακτών η οποία περιορίζεται συχνά σε τυπικές ανακοινώσεις, όταν βέβαια τις εκδίδει και η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, η οποία αντί να προστατεύει τον πυρήνα της δημοσιογραφικής λειτουργίας, καταλήγει πολλές φορές να λειτουργεί ως αντηχείο γραφικών και κατ’ επάγγελμα παραπονούμενων. Ασχολείται με κάθε ανοησία που βαφτίζεται καταγγελία και, άθελά της ή όχι, δίνει τροφή σε όσους θέλουν να περιορίσουν, να εκφοβίσουν ή να φιμώσουν δημοσιογράφους.
Υπάρχουν καλοί, κακοί και μέτριοι δημοσιογράφοι. Όπως υπάρχουν καλοί, κακοί και μέτριοι πολιτικοί, γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, μάγειρες και οδηγοί ταξί. Η διαφορά είναι πως ο δημοσιογράφος κρίνεται καθημερινά δημόσια. Από αυτά που γράφει, από αυτά που λέει, από τις αστοχίες του, από τις αποκαλύψεις του, από την αντοχή του στον χρόνο. Γι’ αυτό και αρκετοί εμφανίζονται ως διάττοντες αστέρες, λάμπουν για λίγο με φτηνό φωτισμό και ύστερα χάνονται χωρίς να αφήσουν ούτε στίγμα.
Η δημοσιογραφία δεν είναι υπηρεσία δημοσίων σχέσεων, ούτε ψυχολογική υποστήριξη πολιτικών που πληγώνονται όταν τους ρωτούν τα αυτονόητα. Είναι έλεγχος, αμφισβήτηση και δημόσια λογοδοσία. Όποιος δεν το αντέχει, ας αναζητήσει επάγγελμα με λιγότερες ερωτήσεις και περισσότερα χειροκροτήματα.

























