Του Πατριάρχη
Ο Φειδίας Παναγιώτου ανακάλυψε, κάπως αργά αλλά πάντως με τον ενθουσιασμό του ανθρώπου που μόλις βρήκε την πυξίδα αφού ήδη ανοίχτηκε στο πέλαγος, ότι η πολιτική δεν είναι απλό βίντεο με μύτες κλόουν και κράνη. Κάθε φορά που καλείται να εξηγήσει μια πολιτική συμπεριφορά, διότι θέση δύσκολα μπορεί κανείς να εντοπίσει μέσα σε αυτό τον αχταρμά αυτοσχεδιασμού, μένει εκτεθειμένος. Και επειδή η έκθεση αρχίζει να γίνεται μόνιμη κατάσταση, αποφάσισε να παρουσιάσει ως πολιτική σοβαρότητα τις προσωπικές του τηλεφωνικές επαφές με γνωστά πρόσωπα.
Για την οικονομία και τις επιχειρήσεις, λέει, μπορεί να τηλεφωνήσει στον Μάικ Σπανό ή στον Τζον Χριστοδούλου, για θέματα υγείας, στον Νίκο Ζάμπογλου και για τα περίπλοκα πολιτικά ζητήματα, στον Αβέρωφ Νεοφύτου. Όλοι άνθρωποι με εμπειρία, διαδρομή και κύρος στον τομέα τους. Το πρόβλημα δεν είναι οι ίδιοι. Το πρόβλημα είναι η χρήση τους ως άλλοθι, γιατί άλλο να συνομιλείς με ανθρώπους που ξέρουν και άλλο να τους περιφέρεις δημόσια σαν πιστοποιητικό δικής σου επάρκειας. Η πολιτική δεν είναι ομαδική εργασία σχολείου, όπου ο ένας διαβάζει, ο άλλος γράφει τον τίτλο και ο τρίτος εξηγεί στην τάξη όσα δεν κατάλαβε κανείς.
Ένα κόμμα δεν μπορεί να λειτουργεί με τα «μου είπε ο τάδε» και «μίλησα με τον δείνα». Χρειάζεται δομή, ομάδες εργασίας, μελέτες, τεκμηρίωση, αντιπαράθεση επιχειρημάτων, θεσμική διαδικασία και πολιτική ευθύνη. Χρειάζεται ανθρώπους που να ξέρουν τι σημαίνει προϋπολογισμός, τι σημαίνει δημόσια υγεία, τι σημαίνει Κυπριακό, τι σημαίνει Ευρωπαϊκή Ένωση, τι σημαίνει άμυνα, τι σημαίνει κράτος. Όχι επειδή το είδαν σε τρία επεισόδια στο YouTube, αλλά επειδή το έχουν δουλέψει, το έχουν μελετήσει και μπορούν να το υπερασπιστούν χωρίς να ανοίγουν κάθε φορά τον τηλεφωνικό κατάλογο.
Η επίκληση των ειδικών, όταν γίνεται σοβαρά, είναι ένδειξη σύνεσης, αλλά η εργαλειοποίησή τους, για να καλυφθεί η πολιτική άγνοια, είναι φτηνό τέχνασμα, από αυτά που χρησιμοποιεί συχνά ο Φειδίας. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν τα ίδια τα πρόσωπα που επικαλείται αποδέχονται, έστω σιωπηρά, να εμφανίζονται ως άτυποι σύμβουλοι ενός πολιτικού σχήματος που δεν έχει παρουσιάσει την αναγκαία σοβαρότητα. Έχουν κι αυτοί ευθύνη, γιατί η δημόσια εικόνα τους δεν μπορεί να μετατρέπεται σε σωσίβιο για κάθε πολιτικό ναυάγιο που εμφανίζεται ως καινοτομία.
Κάτι άλλο εξίσου προβληματικό, είναι πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν τις δικές τους προσωπικές, επιχειρηματικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές ατζέντες και ενδεχομένως η παρουσίαση τους σε ρόλο συμβούλων ενός κόμματος δημιουργεί κλίμα σύγκρουσης συμφέροντος. Αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα για τους μαθητευόμενους μάγους της πολιτικής.
Ο Φειδίας είχε πει το 2024, όταν μπήκε στην πολιτική, ότι δεν ήξερε αλλά θα μάθαινε. Το πρόβλημα είναι πως, δύο χρόνια μετά, η άγνοια δεν φαίνεται να παραμένει στα ίδια υψηλά επίπεδα. Απλώς απέκτησε δικαιολογίες. Από το «δεν ξέρω» περάσαμε στο «θα ρωτήσω κάποιον που ξέρει». Καθόλου ασήμαντη πρόοδος για βίντεο στο διαδίκτυο, αλλά ανεπαρκής για πολιτική εκπροσώπηση. Η Βουλή, το Εθνικό Συμβούλιο και οι αποφάσεις για τον τόπο δεν είναι πλατφόρμα δοκιμών για ανθρώπους που μαθαίνουν πάνω στην πλάτη της κοινωνίας και μάλιστα με ιλιγγιώδεις απολαβές.
Η Άμεση Δημοκρατία που ευαγγελίζεται ο Φειδίας κινδυνεύει να αποδειχθεί άμεση ανευθυνότητα. Τα likes δεν είναι λαϊκή κυριαρχία, τα podcasts δεν είναι πολιτικό πρόγραμμα και οι γνωριμίες δεν είναι θεσμοί. Οι τηλεφωνικές συνομιλίες με τρεις ή τέσσερις προσωπικότητες δεν συνιστούν κυβερνησιμότητα. Συνιστούν, στην καλύτερη περίπτωση, προσπάθεια αυτοπροστασίας και στη χειρότερη, προσπάθεια μεταφοράς ευθύνης σε ώμους ανθρώπων που δεν εξελέγησαν, δεν λογοδοτούν και δεν έχουν πολιτικό ρόλο στο κόμμα του.
Η πολιτική απαιτεί γνώση και ευθύνη και όποιος δεν έχει την πρώτη, προσπαθεί να αποφύγει τη δεύτερη. Όλο αυτό, με τις «συμβουλές ειδικών», παραμένει επικίνδυνα πρόχειρο.

























