Στη Νέα Υόρκη με προοπτικές ενός ακόμη ναυαγίου

Του Πατριάρχη

Σε λίγες ώρες ξεκινά στη Νέα Υόρκη η πολυμερής διάσκεψη για το Κυπριακό, με την ελληνοκυπριακή πλευρά να δηλώνει έτοιμη να επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, από το σημείο στο οποίο διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά, τον Ιούλιο του 2017. Παρ’ όλα αυτά, οι ενδείξεις για ουσιαστική πρόοδο παραμένουν ελάχιστες, αν όχι ανύπαρκτες.

Κατ’ αρχάς, η τουρκική πλευρά εδώ και χρόνια έχει αποκηρύξει το πλαίσιο της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπως αυτό έχει συμφωνηθεί και επιβεβαιώθηκε στο Κραν Μοντανά. Αντίθετα, προτάσσει με επιμονή, την πρόταση για «λύση δύο ισότιμων κρατών», η οποία δεν έχει κανένα έρεισμα νομιμότητας στο ισχύον διαπραγματευτικό πλαίσιο και υπονομεύει κάθε προσπάθεια επανεκκίνησης σε κοινά αποδεκτή βάση.

Η προσωπική απεσταλμένη του ΓΓ του ΟΗΕ, Μαρία Ανχέλα Ολγκίν, ολοκλήρωσε έναν κύκλο διμερών και περιφερειακών επαφών χωρίς να καταφέρει να φέρει πιο κοντά τις δύο πλευρές, ακόμα και σε αυτά που μέχρι το 2017 ήταν αυτονόητα. Η Αποστολή Καλών Υπηρεσιών του ΟΗΕ, παρά τις παρεμβάσεις της, στέκεται ανίσχυρη να ασκήσει ουσιαστική πίεση τόσο στην Τουρκία όσο και στη τουρκοκυπριακή πλευρά. Η δυσκολία αυτή αντανακλάται και στη πρόσφατη έκθεση για την ανανέωση της θητείας της UNFICYP, η οποία τηρεί αυστηρά ίσες αποστάσεις και «αμφοτερόπλευρη» προσέγγιση. Με αυτόν τον τρόπο, η τουρκική αδιάλλακτη στάση απενοχοποιείται, αφού οι ευθύνες της εξισώνονται με αυτές των Ελληνοκυπρίων, οι οποίες αφορούν «παραβάσεις» κυρίως τεχνικής φύσεως.
Επιπρόσθετα, τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης που πρότεινε ο Αντόνιο Γκουτέρες – ιδιαίτερα αυτό για το άνοιγμα νέων οδοφραγμάτων για την απρόσκοπτη ελεύθερη μετακίνηση πολιτών – δεν υλοποιήθηκαν. Τόσο η ελληνοκυπριακή όσο και η τουρκοκυπριακή πλευρά επικαλέστηκαν «τεχνικά» και «πολιτικά» εμπόδια, αλλά ουδέποτε καταβλήθηκε σοβαρή προσπάθεια επίλυσής τους. Η αδυναμία αυτή επιτείνει το έλλειμμα εμπιστοσύνης και καθιστά ανέφικτη την ομαλή μετάβαση στην επόμενη φάση των συνομιλιών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει αποκλειστεί από την άτυπη πολυμερή, ακόμα και από τον ρόλο του παρατηρητή, παρότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες μέλος. Η απουσία της ΕΕ αποδυναμώνει περαιτέρω τη διαδικασία, αφού στερείται τόσο την τεχνογνωσία όσο και την πολιτική στήριξη που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ισορροπία και την αξιοπιστία των διαπραγματεύσεων.

Το γεγονός ότι οι πρόσφατες εκθέσεις του ΟΗΕ αποφεύγουν να κατονομάσουν ξεκάθαρα την τουρκική πλευρά ως κύριο εμπόδιο, διευκολύνει την τουρκική γραμμή με το σκεπτικό ότι οι ευθύνες μοιράζονται.

Ο αυξημένος κίνδυνος οριστικής διχοτόμησης δεν είναι τίποτα νέο, αλλά μέρα με την μέρα, γίνεται πιο ορατός ως βεβαιότητα.

Η εμμονή της Άγκυρας σε «δύο κράτη», σε συνδυασμό με την αδυναμία του ΟΗΕ να παράσχει κίνητρα ή να επιβάλλει κυρώσεις, περιορίζει στο ελάχιστο την επίδειξη πολιτικής βούλησης και απομακρύνει το ενδεχόμενο εξεύρεσης κοινού εδάφους.
Ο χρονικός ορίζοντας συρρικνώνεται, καθώς η διεθνής υποστήριξη φθείρεται και η κοινωνία των δύο κοινοτήτων απομακρύνεται από την ιδέα της επανένωσης.

Η διάσκεψη στη Νέα Υόρκη αποτελεί μια ακόμα ευκαιρία που κινδυνεύει να καταγραφεί ως ναυάγιο. Χωρίς σαφείς πιέσεις προς την Τουρκία, χωρίς την ενεργό συμμετοχή της ΕΕ και με τον ΟΗΕ να τηρεί ποντιοπιλατική στάση, η πιθανότητα μίας πραγματικής λύσης υποχωρεί. Οι ευθύνες βαραίνουν κατ’ εξοχήν την Άγκυρα, αλλά και τη διεθνή κοινότητα που καθιστά το Κυπριακό ένα πρόβλημα ισορροπιών, όταν στην πράξη αυτή η στάση ευνοεί την αδιάλλακτη πλευρά.