Του Πατριάρχη
Η λέξη «ευθιξία» και «ανάληψη ευθύνης», κυκλοφορεί συχνά στον δημόσιο λόγο, αλλά σπανίως ενεργοποιεί πράξεις. Στην Κύπρο ιδίως, έχει μετατραπεί σε ρητορικό καταφύγιο. Δηλώνεται, αλλά δεν αποδεικνύεται. Και το σημαντικότερο; Δεν έχει κόστος.
Η περίπτωση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, στον οποίο το ΕΔΑΔ καταλογίζει σοβαρές παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), στην υπόθεση Ν.Τ., είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Ο ίδιος είπε πως «αναλαμβάνει την ευθύνη», αλλά αυτή η ανάληψη δεν συνάδει με την αποχώρηση του. Αυτή η δήλωση, όσο γενναία κι αν ακούγεται, στην πράξη αναιρείται, καθώς όλα παραμένουν ως είχαν σαν να μη συνέβη τίποτα.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ήταν σαφές. Τρεις σοβαρές παραβιάσεις της Σύμβασης και η ουσιαστική μετατροπή μιας γυναίκας που κατήγγειλε βιασμό, σε κατηγορούμενη… γιατί ήταν δύστροπη και δεν τον απόλαυσε και να σκάσει!
Η ευθύνη αφορά τη διαχείριση της υπόθεσης από τη Νομική Υπηρεσία και, κατά συνέπεια, τον ίδιο τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος είχε χειριστεί προσωπικά την καταγγελία αναστέλλοντας την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Δυστυχώς, δεν πρόκειται για διοικητικές λεπτομέρειες, αλλά για πλήγμα στη θεσμική αξιοπιστία της Δικαιοσύνης.
Η ερώτηση που ανακύπτει είναι απλή. Όταν ένας κορυφαίος αξιωματούχος δηλώνει ότι «αναλαμβάνει την ευθύνη» για τέτοιο ζήτημα, πώς εκφράζεται αυτή η ανάληψη; Είναι αρκετό να ειπωθεί ή προϋποθέτει και μια πράξη, δηλαδή την παραίτηση;
Σε κάθε σοβαρό κράτος, η ευθιξία συνοδεύεται από συνέπειες.
Ο Υπουργός Μεταφορών της Νότιας Κορέας παραιτήθηκε μετά το ναυάγιο του φεριμπότ Sewol, παρότι δεν είχε επιχειρησιακή εμπλοκή.
Ο Υπουργός Εσωτερικών της Σουηδίας εγκατέλειψε το αξίωμά του επειδή είχε χρησιμοποιήσει κατά λάθος υπηρεσιακή τραπεζική κάρτα για ιδιωτικές αγορές.
Ο Διευθυντής του Υπουργείου Υγείας στη Νέα Ζηλανδία παραιτήθηκε επειδή υπήρξαν καθυστερήσεις στη διαχείριση της πανδημίας.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η παραίτηση δεν σήμαινε ενοχή. Σήμαινε σεβασμό στον θεσμό και στη δημόσια αντίληψη περί λογοδοσίας.
Η ευθύνη σε θεσμικό επίπεδο είναι ευρύτερη από την προσωπική. Δεν χρειάζεται να έχει κανείς άμεση εμπλοκή ή δόλο. Όταν βρίσκεσαι σε θέση εξουσίας, η αποτυχία του συστήματος σε εμπλέκει. Η παραίτηση γίνεται εργαλείο προστασίας του θεσμού, όχι καταστροφή της καριέρας. Αντίθετα, πολλές φορές λειτουργεί και λυτρωτικά. Επαναφέρει την αξιοπιστία, ενισχύει την εμπιστοσύνη, δείχνει ότι κάποιος αντιλαμβάνεται το βάρος του ρόλου του.
Στην Κύπρο, η λογική αυτή είναι μάλλον άγνωστη και δεν αφορά μόνο τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Αυτοί που σήμερα ζητούν την παραίτηση του, όταν δικά τους στελέχη ελέγχονταν για πράξεις ή παραλείψεις, τούς υπερασπίζονταν μέχρι εξευτελισμού της κοινής λογικής.
Οι παραιτήσεις για λόγους ευθιξίας είναι ελάχιστες. Οι αξιωματούχοι θεωρούν τις θέσεις τους κεκτημένο και όχι καθήκον. Ακόμα και μετά από αποτυχίες, σφάλματα ή διεθνείς καταδίκες, η φράση «δεν τίθεται θέμα παραίτησης» λέγεται σχεδόν αυτόματα. Κάποιες φορές μάλιστα ακολουθεί και η πρόκληση με την ατάκα, πως η παραίτηση είναι δειλία (Μάριος Χαρτσιώτης).
Το σύστημα απορροφά τα χτυπήματα, τα καλύπτει επικοινωνιακά και συνεχίζει σαν να μη συνέβη τίποτα.
Ορισμένοι λένε πως «δεν πρέπει να παραιτούνται όλοι για το παραμικρό». Σύμφωνοι. Όμως εδώ δεν μιλάμε για «παραμικρό». Μιλάμε για το ΕΔΑΔ. Μιλάμε για καταδικαστική απόφαση που εκθέτει το κράτος σε διεθνές επίπεδο και μιλάμε για υπόθεση που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι για αργοπορία στην υλοποίηση ενός δημόσιου έργου.
Η πολιτική και η θεσμική ευθύνη, είναι κεντρικός πυλώνας του κράτους δικαίου. Όταν αυτή μετατρέπεται σε διατύπωση χωρίς αντίκρισμα, όταν η «ευθιξία» γίνεται τυπική έκφραση και όχι πράξη, τότε σταδιακά οι θεσμοί απαξιώνονται. Ο πολίτης παύει να πιστεύει στην ουσία της λογοδοσίας και η ατιμωρησία κανονικοποιείται.
Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, αν είχε μπροστά του μια υπόθεση που αφορούσε ζημιά στο Δημόσιο, από αστοχία κάποιου υπαλλήλου, θα αποδεχόταν ως εξήγηση, ότι αυτός αναλαμβάνει την ευθύνη και κάποια στιγμή θα αλλάξουν τα πράγματα και δεν θα τον έστελνε σε δίκη;
Η κοινωνία οφείλει να πάψει να αποδέχεται το «έλα μωρέ, όλοι έτσι κάνουν». Η απαίτηση για θεσμική ευθύνη δεν είναι πολυτέλεια ούτε επικοινωνιακή υπερβολή. Είναι προϋπόθεση για να λειτουργεί ένα κράτος που σέβεται τους πολίτες του.

























