Του Πατριάρχη
Δεν αρκεί η αυτοεξαίρεση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη, από την επανεξέταση της υπόθεσης Ν.Τ. (προηγήθηκε απαίτηση της πλευράς της Ν.Τ). Παρά το γεγονός ότι η κίνηση αυτή εκλαμβάνεται ως έμμεση παραδοχή του λάθους χειρισμού, όπως αυτός καταδικάστηκε πρόσφατα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεν οδηγεί σε ουσιαστική αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο σύστημα απονομής Δικαιοσύνης. Η αυτοεξαίρεση, στη βάση της αυτονόητης αρχής ότι κανείς δεν μπορεί να κρίνει τον εαυτό του, αγγίζει το τυπικό κομμάτι της διαδικασίας, χωρίς όμως να επιλύει το βασικό ζήτημα. Ποιος θα διερευνήσει αντικειμενικά την καταγγελία της Ν.Τ., όταν ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός του υπέθαλψαν τον αρχικό ανεπαρκή χειρισμό;
Κατά το ΕΔΑΔ, η Κύπρος απέτυχε να εξασφαλίσει αμερόληπτη και αποτελεσματική έρευνα για το βιασμό που καταγγέλθηκε το 2021, με αποτέλεσμα να παραβιαστεί το δικαίωμα της προσφεύγουσας σε δίκαιη δίκη και ίση μεταχείριση. Η απόφαση που δημοσιεύθηκε πριν λίγες μέρες και δεν περιποιεί τιμή για τη Κυπριακή Δημοκρατία και τη Νομική Υπηρεσία, επιβεβαιώνει ότι ούτε οι αστυνομικοί ανακριτές ούτε η προσχηματική αξιολόγηση των στοιχείων από τον κ. Αγγελίδη κάλυψαν τις προδιαγραφές μιας αμερόληπτης έρευνας.
Τώρα, το μπαλάκι πάει στον Γενικό Εισαγγελέα, Γιώργο Σαββίδη, ο οποίος ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερος. Ο Γ. Σαββίδης είχε εκπροσωπήσει τη Δημοκρατία ενώπιον του ΕΔΑΔ, υπερασπιζόμενος τον ήδη βαρύ τομέα ευθυνών του Σάββα Αγγελίδη, γεγονός που δημιουργεί δικαιολογημένες αμφιβολίες για τη δυνατότητά του να επανεκτιμήσει ελεύθερα και χωρίς συγκρούσεις συμφερόντων τόσο τα πραγματικά περιστατικά όσο και το δικαστικό πλαίσιο που υιοθετήθηκε αρχικώς. Η εμπλοκή του Γ. Σαββίδη υποβαθμίζει τη σαφή ανάγκη για μια γνήσια, ανεξάρτητη έρευνα, απαλλαγμένη από την υποψία της μεροληψίας, αφού είχε εμφανιστεί στην πρόσφατη διάσκεψη τύπου μαζί με τον Σ. Αγγελίδη για να υπεραμυνθούν των χειρισμών που είχαν γίνει.
Η μόνη ενδεδειγμένη λύση είναι ο διορισμός ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών από το Υπουργικό Συμβούλιο, όπως έχει γίνει και στο παρελθόν. Ένας ή περισσότεροι ανακριτές, χωρίς ιεραρχική σχέση με τον Γενικό και Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, θα μπορούσαν να διεξαγάγουν απερίσπαστοι την έρευνα. Δεν θα πρέπει να είναι ούτε υφιστάμενοι του Γενικού Εισαγγελέα, ούτε να έχουν υπαχθεί στον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, αλλά ούτε να συνδέονται με την ομάδα της αρχικής έρευνας.
Ταυτόχρονα, η Αστυνομία, που χειρίστηκε την καταγγελία το 2021, δεν διαθέτει πλέον αξιοπιστία να επανεξετάσει αμερόληπτα την ίδια υπόθεση, καθώς η προκατάληψη ή ο συνδικαλιστικός κώδικας «έκρυψαν» κρίσιμα στοιχεία. Έτσι, η αποκλειστική ανάθεση σε αστυνομικούς, χωρίς εξωτερική εποπτεία και νομική αυτονομία, θα ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα επαναπαρήγαγε τα ίδια κενά.
Με μια ανεξάρτητη ομάδα ποινικών ανακριτών, το κράτος στέλνει σαφές μήνυμα. Αναγνωρίζει την ανάγκη για διαφάνεια και ευθυκρισία, δεν φοβάται την κριτική διεθνών θεσμών, όπως το ΕΔΑΔ και ότι το δημόσιο συμφέρον υπηρετείται μόνο όταν κάθε καταγγελία για σεξουαλική βία αντιμετωπίζεται με την αυστηρότητα και την αμεροληψία που απαιτούν οι σύγχρονες δημοκρατίες. Μόνον έτσι θα ξανακερδηθεί το χαμένο έδαφος της εμπιστοσύνης στο κράτος δικαίου.

























