Του Πατριάρχη
Η 20η Ιουλίου 1974 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία.
Είναι ένα τραύμα που παραμένει ανοικτό, ένα μνημείο πολιτικής ανεπάρκειας, εθνικής τραγωδίας και αβάστακτων ευθυνών. Πενήντα ένα χρόνια μετά την εισβολή, το Κυπριακό δεν είναι απλώς άλυτο, είναι ένα πρόβλημα που έχει μεταλλαχθεί. Από πρόβλημα εισβολής και κατοχής, έχει μετατραπεί σε πρόβλημα κινδύνου νομιμοποίησης ενός δεύτερου «κράτους», αναγκαίου για την Τουρκία, άβολου για την Ευρώπη και (το χειρότερο) επικίνδυνου για την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα, για τους Ελληνοκύπριους και τους Ελλαδιτες.
Η Τουρκία, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο, ότι φέρει τις κύριες, διαχρονικές και βαρύτατες ευθύνες για την εισβολή, την κατοχή και την παραβίαση κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου και το ψευδοκράτος είναι ένας μηχανισμός απορρύθμισης της διεθνούς νομιμότητας. Οι έποικοι, το τουρκικό στρατιωτικό αποτύπωμα, οι γεωτρήσεις και οι πρόσφατες κινήσεις για νομιμοποίηση της κατοχής, συνιστούν διαρκή επίθεση στη διεθνή τάξη πραγμάτων. Όμως, αυτό δεν απαλλάσσει τις ελληνοκυπριακές και ελλαδικές ηγεσίες από τις δικές τους ευθύνες.
Πολιτικές καριέρες χτίστηκαν πάνω στο Κυπριακό. Σημαίες, δηλώσεις, εξάρσεις πατριωτισμού και ατάκες που γοήτευαν το ακροατήριο αλλά ποτέ δεν συνοδεύονταν από πραγματική πρόθεση για επίλυση. Ο “μακροχρόνιος αγώνας” αποδείχθηκε απλώς ένας μηχανισμός διαχείρισης της ακινησίας. Ούτε αγώνας ήταν, ούτε μακροχρόνιος. Απλώς βολική υπεκφυγή. Η πολιτική ηγεσία επέλεξε να μην μιλήσει καθαρά στους πολίτες για την αναγκαιότητα συμβιβασμών, όχι από ενδοτισμό, αλλά από στοιχειώδη πολιτικό ρεαλισμό.
Αντίθετα, καλλιεργήθηκε η ψευδαίσθηση πως “το συμφέρον της Τουρκίας είναι η λύση”, λες και γνωρίζαμε καλύτερα από τους Τούρκους τι θέλουν. Η πραγματικότητα απέδειξε το αντίθετο. Η Τουρκία δεν ενδιαφέρεται πια για λύση του Κυπριακού στο πλαίσιο της ομοσπονδίας. Έχει ήδη μεταβεί στο επόμενο στάδιο που είναι η διχοτόμηση με επίφαση την δήθεν «αδιαλλαξία» της ελληνοκυπριακής πλευράς και δυστυχώς, το έδαφος έχει προετοιμαστεί. Οι έποικοι έκαναν παιδιά και εγγόνια και δυστυχώς, όποιος επιμένει ότι η διεθνής κοινότητα θα αναγνωρίσει ότι ο εποικισμός αποτελεί έγκλημα πολέμου και θα επιβάλλει την απέλαση των απογόνων τους, ζει σε κάποιο άλλο σύμπαν.
Οι χρήστες των ελληνοκυπριακών περιουσιών απέκτησαν δικαιώματα και με βούλα του ΕΔΑΔ και οι κατεχόμενες περιοχές έχουν τουρκοποιηθεί πλήρως και πολύ φοβάμαι, αμετάκλητα.
Οι διεθνείς πρωτοβουλίες σταδιακά εξασθενούν. Ο ΟΗΕ δεν έχει την επιρροή που είχε, η ΕΕ τηρεί ισορροπίες, και η Τουρκία, μέσα από μια έξυπνη στρατηγική κανονικοποίησης της παρανομίας, φέρνει όλο και πιο κοντά την προοπτική των δύο κρατών.
Αν δεν υπάρξει μια ριζική αλλαγή προσέγγισης από την ελληνοκυπριακή και την ελλαδική πλευρά, αυτή η “λύση” θα επιβληθεί de facto με τον χρόνο να την νομιμοποιεί και de jure.
Η πολιτική ηγεσία της Κύπρου και της Ελλάδας οφείλουν να εγκαταλείψουν τη ρητορική της αναβλητικότητας και να μιλήσουν στους πολίτες με εντιμότητα, γιατί δεν υπάρχει πια χρόνος. Το Κυπριακό είτε θα λυθεί σύντομα με πραγματισμό και σχέδιο, είτε θα μείνει ανεπίλυτο για πάντα και τότε η μνήμη του θα διασώζεται μόνο στις παρελάσεις και τις επετείους.

























