Οι Αμερικάνοι πάτησαν πόδι σε πρώην σοβιετικό έδαφος

Του Πατριάρχη

Η συμφωνία Αζερμπαϊτζάν – Αρμενίας, η οποία υπογράφηκε χθες με τη μεσολάβηση του Ντόναλντ Τραμπ, δεν αφορά μόνο την επίλυση της μακράς σύγκρουσης στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, αλλά και τη διαμόρφωση νέων γεωπολιτικών ισορροπιών στο ΝότιοΚαύκασο. Παρά το γεγονός ότι το Αζερμπαϊτζάν φαίνεται να βγαίνει (και βγαίνει) κερδισμένο με την εξασφάλιση του στρατηγικού διαδρόμου που συνδέει το Ναχιτσεβάν με το υπόλοιπο έδαφός του, το πιο σημαντικό ζήτημα που καθόρισε τη συμφωνία είναι το μέλλον του Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Η περιοχή αυτή, που είχε αποτελέσει την καρδιά της αιματηρής σύγκρουσης Αζέρων -Αρμενίων για δεκαετίες, παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της συμφωνίας, με την Αρμενία να χάνει σημαντικό έδαφος στην περιοχή, αποδεχόμενο τη συμφωνία για την κατάπαυση του πυρός.

Αν και η συμφωνία προβλέπει την επιστροφή εδαφών από την Αρμενία στο Αζερμπαϊτζάν, με τη συγκεκριμένη περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ να περνά υπό πλήρη έλεγχο του Μπακού, η Αρμενία καταφέρνει να εξασφαλίσει ορισμένα οικονομικά ανταλλάγματα μέσω της ανάπτυξης του διαδρόμου Ζανγκέζουρ, ο οποίος θα εξυπηρετήσει τις στρατηγικές εμπορικές συνδέσεις μεταξύ του Αζερμπαϊτζάν και της Τουρκίας. Παρά την υποχώρηση στο πεδίο των εδαφών, η Αρμενία διατηρεί μια γεωπολιτική αξία μέσω των συμφωνιών για την ανάπτυξη αυτού του διαδρόμου, τον οποίο θα ελέγχει εν μέρει. Ωστόσο, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ παραμένει μία «ανοιχτή πληγή» στην πολιτική συνείδηση των Αρμενίων, οι οποίοι βλέπουν τη συμφωνία ως έναν αναγκαίο συμβιβασμό για να αποφευχθούν περαιτέρω συγκρούσεις, αλλά και ως μια αδιαμφισβήτητη ήττα στον τομέα της εδαφικής ακεραιότητας.
Η Ρωσία, παρά την παραδοσιακή της επιρροή στην περιοχή, είδε τα δικά της συμφέροντα να παραμερίζονται.

Η αδυναμία της να επιτύχει μια οριστική ειρηνική λύση με τη χρήση των παραδοσιακών διπλωματικών μηχανισμών που είχε αναπτύξει μέσω της Ομάδας του Μινσκ του ΟΑΣΕ, οδήγησε σε μια στρατηγική ανατροπή, με τις ΗΠΑ να αναλαμβάνουν τον ηγετικό ρόλο σε έναν χώρο που αποτελούσε έδαφος της Σοβιετικής Ένωσης. Η έλλειψη μιας πραγματικής στρατηγικής συνεργασίας με τη Ρωσία έφερε το Αζερμπαϊτζάν και την Αρμενία να στραφούν στην αμερικανική διπλωματία για τη διευθέτηση των διαφορών τους. Ο Ντόναλντ Τραμπ, με την υπόσχεση για ουσιαστική οικονομική και στρατηγική υποστήριξη, εξασφάλισε την αποδοχή της συμφωνίας, που περιλαμβάνει, εκτός από τον διάδρομο Ζανγκέζουρ, και σημαντικά εμπορικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα και για τις δύο πλευρές στην περιοχή.

Η Τουρκία, η οποία παραμένει στενός σύμμαχος του Αζερμπαϊτζάν, επίσης κερδίζει από αυτήν τη συμφωνία. Η ενίσχυση των εμπορικών και ενεργειακών συνδέσεων μέσω του νέου διαδρόμου που περνά από το αρμενικό έδαφος σηματοδοτεί την αύξηση της τουρκικής επιρροής στην περιοχή, με την Τουρκία να παίζει καθοριστικό ρόλο στην περαιτέρω στρατηγική διάταξη του Νότιου Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας. Η Τουρκία, εκτός από τις οικονομικές ευκαιρίες που προκύπτουν από τη συμφωνία, ενισχύει τη στρατηγική της θέση, επεκτείνοντας τη σφαίρα επιρροής της στην περιοχή.

Η απουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την διαπραγμάτευση και την υπογραφή της συμφωνίας, αν και ίσως απογοητεύει κάποιους, δεν είναι κάτι το απροσδόκητο. Η ΕΕ, παρά τη διαρκή υποστήριξή της για την ειρηνική επίλυση του ζητήματος, δεν κατάφερε να προσφέρει μια βιώσιμη λύση. Η αποτυχία της να επιβληθεί και να παίξει έναν ενεργό ρόλο στην περιοχή άφησε το πεδίο ανοιχτό για τις ΗΠΑ και την Τουρκία, οι οποίες έχουν πλέον το κλειδί για την περαιτέρω σταθεροποίηση της περιοχής.

Η συμφωνία αυτή, αν και μπορεί να φανεί ως ένα συμβιβαστικό βήμα για την Αρμενία και ένα στρατηγικό κέρδος για το Αζερμπαϊτζάν, αποκαλύπτει την αδυναμία των παραδοσιακών δυνάμεων στην περιοχή, όπως η Ρωσία και η ΕΕ, να διασφαλίσουν μια βιώσιμη ειρηνική λύση.

Παρά την υποχώρηση στην περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η Αρμενία εξασφαλίζει σημαντικά εμπορικά και πολιτικά ανταλλάγματα, ενώ το Αζερμπαϊτζάν ενισχύει τη θέση του με στρατηγικούς διαδρόμους και νέες συνεργασίες. Ωστόσο, η διαχείριση του Ναγκόρνο-Καραμπάχ παραμένει το πιο ακανθώδες ζήτημα, με τις δύο πλευρές να καλούνται να συμβιβαστούν σε έναν νέο γεωπολιτικό χάρτη που δεν τους προσφέρει ολοκληρωτική νίκη, αλλά αναγκαστική συνύπαρξη.