Το Ιράν και το τέλος του τσαμπουκά

Του Πατριάρχη

Η πρόσφατη πυραυλική επίθεση του Ιράν εναντίον αμερικανικής βάσης στο Ιράκ, που παρουσιάστηκε από την Τεχεράνη ως «ισχυρή απάντηση», έμοιαζε από την αρχή περισσότερο με έναν θεατρικό επίλογο παρά με την έναρξη μιας γενικευμένης σύγκρουσης . Παρά τις ιαχές για αντίποινα και τις επαναστατικές κορώνες, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή υποδείκνυε εκτόνωση. Και η αιτία είναι απλή. Το Ιράν δεν μπορεί, η Ρωσία δεν προλαβαίνει και η Κίνα δεν θέλει.

Το Ιράν μπήκε σε αυτόν τον κύκλο έντασης ως αδύναμος παίκτης. Η φθορά της οικονομίας, ο φόβος εσωτερικής αντίδρασης στο εσωτερικό, η απομόνωση στο διεθνές πεδίο και το κυριότερο, η στρατιωτική αδυναμία, καθιστούσαν τη χώρα ανίκανη να συνεχίσει οποιονδήποτε ουσιαστικό πόλεμο. Η επίθεση με πυραύλους σε αμερικανική βάση στο Ιράκ, είχε περιορισμένο στρατιωτικό αντίκτυπο και ακόμα μικρότερη επιχειρησιακή διάρκεια. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πύραυλοι εκτοξεύθηκαν με προειδοποίηση και έπεσαν σε μεγάλο βαθμό με «στρατηγική αστοχία». Το μήνυμα ήταν περισσότερο για εσωτερική κατανάλωση, για τους Φρουρούς της Επανάστασης και τους σκληροπυρηνικούς, παρά για τους Αμερικανούς.

Η Τεχεράνη γνωρίζει καλά ότι δεν έχει αεροπορία για να υποστηρίξει μια αντίδραση εκτός συνόρων, η αντιαεροπορική της άμυνα είναι πλέον ανύπαρκτη, βασισμένη σε σοβιετικής εποχής τεχνολογία και το πυραυλικό της απόθεμα, παρότι υπαρκτό, φθίνει μετά από χρόνια χρήσης και κυρώσεων. Το Ιράν έχει εναποθέσει τις ελπίδες του σε αντιπροσώπους όπως η Χεζμπολάχ, οι Χούθι και η Χαμάς, αλλά και αυτοί βρίσκονται πλέον υπό ασφυκτική πίεση ήκαι εξαφάνιση, από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ.

Και όταν οι Ιρανοί κοίταξαν προς τη Μόσχα για στήριξη, συνάντησαν έναν Πούτιν που δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα στη λάσπη της Ουκρανίας. Ο ρωσικός στρατός έχει αποδείξει τα όριά του και πλέον χρειάζεται κάθε ρουκέτα και κάθε drone για το ανατολικό μέτωπο στο οποίο έχει ρίξει κατάδικους, Τσετσένους, Βορειοκορεάτες και μισθοφόρους από την Αφρική τη Κούβα και τη Βενεζουέλα. Δεν περισσεύει ρωσικός εξοπλισμός για τον Αγιατολάχ, ούτε και πολιτική στήριξη πέρα από τις ρητορικές αρλούμπες και τις επιθετικές κορώνες του Μεντβέντεβ.

Η δε Κίνα, παρά τις επικοινωνιακές της φιλοδοξίες ως παγκόσμια δύναμη, διατηρεί μια αξιοσημείωτη αποχή. Οι Κινέζοι βλέπουν τη Μέση Ανατολή ως ενεργειακό διάδρομο, όχι ως πεδίο σύγκρουσης. Διατηρούν καλές σχέσεις με όλους – και με τη Σαουδική Αραβία και με το Ιράν – και δεν δείχνουν καμία πρόθεση να εμπλακούν στρατιωτικά σε ένα μέτωπο που τους καίει οικονομικά και πολιτικά.

Η κατάσταση, λοιπόν, από χθες έδειχνε να οδεύει προς εκτόνωση όχι γιατί το Ιράν πέτυχε στρατηγικό πλήγμα, αλλά γιατί απλώς δεν έχει πια τη δυνατότητα να πολεμήσει και επειδή οι εναλλακτικές του (βοήθεια από Ρωσία και Κίνα) είτε έχουν τα δικά τους προβλήματα είτε δεν θέλουν να μπουν σε έναν πόλεμο που θα πλήξει τις οικονομίες και τα συμφέροντα τους. Η Μέση Ανατολή θα παραμείνει μια βραδυφλεγής βόμβα, αλλά δεν δείχνει πως θα εκραγεί. Αυτό, για την ώρα, είναι το πιο αισιόδοξο σενάριο.