Του Πατριάρχη
Η κυπριακή Αστυνομία έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια ένα μοναδικό επικοινωνιακό φαινόμενο. Κάθε φορά που σκάει ένα σκάνδαλο με πρωταγωνιστή μέλος της δύναμης, η απάντηση, με στόμφο, σοβαρότητα και «δίκαιη» οργή είναι η επανάληψη της γνωστής καραμέλας: «Η Αστυνομία αριθμεί 5.500 μέλη και το περιστατικό είναι μεμονωμένο».
Η φράση αυτή τείνει να γίνει πια ανέκδοτο.
Τόσοι πολλοί μεμονωμένοι, που θα μπορούσε να γίνει νέο τμήμα. «Κλάδος Μεμονωμένων Συμπεριφορών».
Ο ένας αυνανίζεται στα περίπτερα, ο άλλος κακοποιεί πολίτες, άλλος συνεργάζεται με τον υπόκοσμο, κάποιοι κωφεύουν όταν αλλοδαπές εξαφανίζονται, μερικοί επιβραβεύονται με προαγωγές παρά τα ποινικά και πειθαρχικά «παράσημα» στο βιογραφικό τους… αλλά όλα αυτά είναι φυσικά μεμονωμένα περιστατικά.
Μα πόσες φορές μπορεί να επαναληφθεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, πριν γίνει κανονικότητα; Πόσοι «μεμονωμένοι» χρειάζονται για να μιλήσουμε για παθογένεια; Διότι όταν το «μοναδικό περιστατικό» επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές και πανομοιότυπα σενάρια, τότε έχουμε μπροστά μας μια δομική δυσλειτουργία και όχι ένα ατυχές γεγονός, αλλά ένα σύστημα που παράγει ανοχές, κουκουλώματα και ατιμωρησία.
Η πραγματικότητα είναι σκληρή και δεν σηκώνει ατάκες.
Δεν είναι απλώς η έλλειψη επιμόρφωσης ή η κακή συγκυρία. Είναι ολόκληρη η κουλτούρα που έχει αναπτυχθεί εντός της Δύναμης. Μια κουλτούρα που προάγει τη συναδελφική αλληλεγγύη με στρεβλό τρόπο, όχι προς υπεράσπιση της αλήθειας ή της νομιμότητας, αλλά για να μην «εκτεθεί» το Σώμα. Όμως, η δυσφήμιση δεν προκύπτει από τη δημοσιοποίηση των περιστατικών. Προκύπτει από την ύπαρξή τους και από τη συστηματική απροθυμία να τα αντιμετωπίσουν ριζικά.
Γιατί δεν είναι μεμονωμένο το κουκούλωμα. Είναι πολιτική. Δεν είναι μεμονωμένο το γεγονός ότι λειτουργούν μηχανισμοί προστασίας σε βάρος της διαφάνειας. Είναι στρατηγική. Δεν είναι μεμονωμένο να βλέπουμε αστυνομικούς να συμπεριφέρονται ως αφεντικά στους δρόμους και ως ανεύθυνοι υπάλληλοι στα αστυνομικά τμήματα. Είναι καθημερινότητα. Κι αυτή η καθημερινότητα έχει φωνή, μα δεν έχει συνέπειες.
Και το χειρότερο; Κανένας δεν φαίνεται να έχει τη βούληση ή το θάρρος να την αλλάξει.
Όταν η ηγεσία περιορίζεται σε ευχολόγια και τυπικές διοικητικές και πειθαρχικές έρευνες, όταν το Υπουργείο Δικαιοσύνης λάμπει διά της ανυπαρξίας του ή πετά το μπαλάκι αλλού, κι όταν η κοινωνία μαθαίνει να ανέχεται επειδή «έτσι είναι το σύστημα», τότε το πρόβλημα γίνεται πρόβλημα του κράτους.
Η Αστυνομία δεν είναι απλώς ένας εργασιακός χώρος και ένα επάγγελμα για τα μέλη της.
Είναι θεσμός με αποστολή να διασφαλίζει την έννομη τάξη και τα δικαιώματα των πολιτών. Όταν αυτή η αποστολή υπονομεύεται από εσωτερικές αδυναμίες και συγκάλυψη, τότε δεν έχουμε πρόβλημα με κάποιους μεμονωμένους. Έχουμε πρόβλημα με την ίδια τη ραχοκοκαλιά του θεσμού.
Οι 5.500 έντιμοι και σωστοί αστυνομικοί (γιατί υπάρχουν και πάρα πολλοί τέτοιοι) είναι τα πρώτα θύματα αυτής της κατάστασης, γιατί και οι ίδιοι σιωπούν ή αναγκάζονται να σιωπούν. Και όταν η σιωπή γίνεται καθήκον, τότε η σήψη γίνεται καθεστώς.

























